Εκτύπωση

ΜΕ ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΑ – Θάλασσα, αγάπη μου

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Παρουσίαση του βιβλίου της κ. Ειρήνης Νικολάκη-Καλαμάρη

Ναυτικό Μουσείο 05-08-2005

Με την κα Νικολάκη συναντήθηκα – συνομίλησα πρόσωπο με πρόσωπο για πρώτη φορά μόλις πριν λίγα λεπτά πριν αρχίσει η σημερινή παρουσίαση.

Διαβάζοντας, όμως, το τελευταίο βιβλίο της, αισθάνθηκα, ότι την γνωρίζω από καιρό, αφού, η συγγραφέας από τις πρώτες σελίδες του, δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις, όχι μόνο για να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη σε μια έντονη επιθυμία, ει δυνατόν, να τελειώσει το βιβλίο με αδιάκοπη ανάγνωση, αλλά και να τον παρασύρει σε μια νοερή και ζωηρή, συχνά, επικοινωνία μαζί της.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, σε οδηγεί με μαεστρία, σε βαθείς συλλογισμούς, για πράγματα, που στην καθημερινότητα, πολλές φορές προσπερνιούνται αδιάφορα, χωρίς την πρέπουσα σημασία και πλημμυρίζεις πολύ γρήγορα από αισθήματα μοναδικά. Σου ζωντανεύει συναισθήματα καταχωνιασμένα στην καταχνιά του παρελθόντος και συνειδητοποιείς εικόνες, που περιβάλλονται περίτεχνα από ένα διακριτικό, αλλά, όμως, κυρίαρχο ρομαντισμό.

Η συγγραφέας, κα Νικολάκη-Καλαμάρη, με πολλούς τρόπους δηλώνει και καταγράφει, σε κάθε ευκαιρία την σχέση της με την θάλασσα, τον επηρεασμό της απ' αυτή. Μεγαλωμένη, προφανώς, σε έντονο ναυτιλιακό περιβάλλον, δεν κρύβει, αμφιβάλλω άλλωστε αν το μπορεί, τ' άγγιγμα της ψυχής της, από την θαλασσινή ρίζα της, που πάει, κατά πως φαίνεται, πολλές δεκάδες χρόνια πίσω, ταξιδεμένη με φλόκους, μαΐστρες και παπαφίγκους και μ' ατμοκίνητα βαπόρια από την Οντέσα και την Μαρσίγια, τ' Αλγέρι και την Τεργέστη μέχρι τις καινούργιες θάλασσες και τα λάγνα πόρτα της Αρτζεντίνας και της Ανατολής.

Εξάλλου, όπως παραστατικά με δυο λέξεις λέει και ο ήρωάς της, «είναι γιατί έχει βραχεί με θαλασσινό νερό και ψήθηκε με την αρμύρα του«. Είναι, ίσως, που από μικρή, την έχει λούσει ο αφρός τ' απόνερου και τ' ακρογιαλιού και μας μεταφέρει στον ολάνοικτο κόσμο της ιστορίας της, μ' όλα τα χρώματα της καρδιάς της, ζωγραφισμένα με χρώμα ανακατεμένο με θαλασσινό νερό, είναι επίσης, γιατί, είναι παιδί κι' εγγόνι καραβοκύρη, αναστημένη σε καπετανόσπιτο κι' έτσι, αφέθηκε να την κυριέψει και να την μαγέψει η μυστηριακή ατμόσφαιρα του μπάρκου και να νανουρίσουν την παιδική φαντασία και σκέψη της, οι θαλασσινές ιστορίες.

» Τυχερός που ταξιδεύεις στα πέρατα του κόσμου και συνάζεις εμπειρίες και θ' αποχωρήσεις πλούσιος » μας λέει στο κείμενό της, μιλώντας σαν καπετάν Απόστολος, με αποκαλυπτική ειλικρίνεια, ίσως, και παράπονο που η ίδια δεν έζησε από πρώτο χέρι την ζωή του ναυτικού. Εννοώ να γίνει η ίδια ναυτικός.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι,

Οι ναυτικοί σπάνια γράφουν για τη ζωή τους κι' ούτε μιλούν εύκολα γι' αυτή, αν πρόκειται να προκαλέσουν ακόμα και τον παραμικρό θαυμασμό ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να τους προσάψουν κομπασμό. Του ναυτικού τα λόγια και τα βιώματα συνήθως τα καταγράφουν άλλοι, όχι σπάνια με διάθεση περισσότερο να προκαλέσουν εντυπώσεις και λιγότερο για να μοιραστούν, τις μισές, ούτως ή άλλως, χαρές του και να γλυκάνουν τις ολόκληρες πίκρες του.

Η συγγραφέας κα Καλαμάρη, μας ταξιδεύει σε θάλασσες και ταξίδια, που παρ' ότι η ίδια δεν έχει κάνει ποτέ, όμως, διηγείται με σεβασμό, πληρότητα, αγάπη και με θαυμάσιο ρεαλισμό, την ζωή, τις δυσκολίες, και κυρίως τα συναισθήματα του θαλασσινού, με τρόπο που καθηλώνει πραγματικά τον αναγνώστη με τις περιγραφές της, ώστε, αν κάποιος έχει ή είχε την εμπειρία της ζωής σε ένα εμπορικό πλοίο, του μπάρκου ή του ξεμπάρκου ή ακόμα και του ναυτικού ατυχήματος, να βιώνει ξανά αυτές τις συγκινήσεις, να πιστεύει ό,τι είναι αυτός ο ίδιος ο ήρωας ή ό,τι ζει και υπάρχει δίπλα στις σκηνές που διαδραματίζονται.

Αρπάζει, επιτακτικά, τον αναγνώστη της και τον περιδιαβαίνει σ' όλες τις έντονες και φορτισμένες στιγμές της ζωής των ηρώων της ναυτικών και ειδικά του Χιώτη, του Χιώτη αειναύτη.

´´ Εσείς οι θαλασσοί, μας λέει η κ. Καλαμάρη, περισσότερο απ' τους άλλους φέρνετε γύρω τον κόσμο ψάχνοντας και σεις για στεριά δική σας. Μα πρέπει να το γνωρίζετε. Όπου κι αν πάει ο άνθρωπος, στον ίδιο τόπο μένει. Σ' αυτόν που 'χει αφήσει την ψυχή του´´.

Και ο Χιώτης ναυτικός αφήνει πάντα την ψυχή του στο νησί. Από την άλλη, ενώ κυριαρχείται και καταπιέζεται διαρκώς από το ακαταπολέμητο συναίσθημα του νόστου, εν τούτοις, με το ξεκόλλημα του βαποριού από την προκυμαία της Χίου, τα συναισθήματά του πειθαρχούν, οι σκέψεις του συγκεντρώνονται στο καθήκον, στον ιερό σκοπό.

Να δουλέψει να φροντίσει το σπιτικό, να σπουδάσει τα παιδιά, να καλοπαντρέψει με προίκα μπόλικη την κόρη.

Να φανερώσει η καρτερική γυναίκα του, την πιο γλυκιά στιγμή της ζωής τους, το πουγκί με τις χρυσές λίρες, που' χε μαζεμένες με κόπο και στερήσεις μια ζωή, μετρημένες σωστά για κάθε κόρη και φυλαγμένες στο σεντούκι.

Κι' όπως μας περιγράφει με τρυφερότητα, η συγγραφέας:

´´ Πάνω- πάνω τ' αγιασμόπανο ολοκέντητο για να προστατεύει τούτο το πολύτιμο βιος που 'χε αποκτηθεί απ' την αρμύρα της θάλασσας κι απ' τη στυφή γεύση π' άφηναν οι ξένες στεριές. Απ' τη λαχτάρα του γυρισμού στο τόπο το δικό του τον αγαπημένο´´.

Οι μήνες περνούν στο καράβι, πότε βασανιστικά πότε γλυκά, ανάλογα με τα νέα που φέρνουν οι επιστολές από τους οικείους. Πιο εύκολη σήμερα η ζωή του ναυτικού με τους δορυφόρους και τα κινητά τηλέφωνα. Όμως, τα γράμματα της μάνας, της αγαπημένης, της συντρόφου, των παιδιών, ήταν και είναι για τον ναυτικό το πιο ακριβό δώρο, η πιο μεγάλη χαρά. Γιατί τα λόγια στον ασύρματο, όπως και να γίνει είναι λόγια του αέρα, τα λες φεύγουν, χάνονται, σκορπούν. Ενώ τα γράμματα είναι πάντα στο μαξιλάρι πότε να το μαλακώνουν και πότε να το κάνουν πιο σκληρό κι απ' το γρανίτη.

Τα βλέπει ο ναυτικός τ' αγγίζει, τα μυρίζει, τα φιλά, τα βάζει σε σειρά με τάξη, τ' αριθμεί σύμφωνα με τις μέρες που 'χουν γραφτεί, τα παρακολουθεί σα να 'ναι ιστορία σε συνέχειες.

Το ξέρουν τα γραφεία, το ξέρουν και οι ναυτικοί πράκτορες και το μεγαλύτερο μέλημα τους, είναι η αλληλογραφία του καραβιού που πρέπει να πάει στην ώρα της, πριν ακόμα και την ελευθεροεπικοινωνία, πριν τα στόρια.

Πριν καλά-καλά δέσει το βαπόρι. Όλοι μαζεύονται στο gang way ν' ανέβει ο ατζέντης, ο πρώτος σύνδεσμος με τον στεριανό κόσμο, όπως αναφέρει και η συγγραφέας. Τον βλέπουν στα χέρια, στα μάτια να δουν αν φέρνει γράμματα πολλά.

Γνωρίζει η κα Νικολάκη, φαίνεται καλά, το βάρος των επιστολών για τους θαλασσινούς και προτιμά, σαν θαλασσοαναθρεμένη παραδοσιακή Χιώτισσα, τα σπουδαία, τα πονεμένα και τα χαρούμενα για τους ήρωές της, να τα δίνει, σχεδόν πάντα, μέσα απ' αυτές.

Με το περιεχόμενο των επιστολών διαλέγει να φανερώσει τα πιο βαθιά της συναισθήματα. Καμώνεται, πως δεν τα λέει η ίδια, όταν περιγράφει τον έρωτα, την αγάπη, τον θάνατο, την ευτυχία.

Μέσα απ' αυτά, μας αποκαλύπτει τις πιο τολμηρές και μεστές σκέψεις της, με διάθεση ακόμα και να αντιπαρατεθεί σθεναρά, στις κοινωνικές προκαταλήψεις, τα ´´ταμπού´´ της εποχής.

Εξομολογείται με το στόμα της Σοφίας:

´´......τον θεωρεί (τον γάμο) παγίδα καλοστημένη με δόλωμα πανάρχαιο. Τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου για μοναξιά, με τίμημα την ελευθερία. Κατάλοιπο της δουλείας. Ιδιοκτησία. Μ' εξουσία ύπουλη στο εγώ σου. Δεμένο πισθάγκωνα θυσιάζεται στο βωμό του κι αν δραπετεύσει καμιά φορά αιωρείται θλιβερά χωρίς να κυριαρχεί πάνω από καλοστημένες οικογένειες, πάνω από αναστημένα παιδιά. Ο γάμος, λέει, δεσμός με σύμβαση ....Με παιδιά νόμιμα, κτητικότητες εξ ορισμού. Δικά μου δικά σου. Μ' αγάπες παράνομες, πιο νόμιμες απ' τις νόμιμες. Μ' απαντήσεις φορτωμένες ενοχή, από ερωτήσεις απλές, αθώες. Κι απολογείσαι για ένα ανύπαρκτο έγκλημα.....´´

Τολμά συχνά, να παραπονεθεί, να σηκώσει τ' ανάστημα και στο υπέρτατο ον, στον Θεό κι όπου δειλιάζει, τον λέει σύμπαν. Λέει φωναχτά, με σκέψεις του καπετάν Απόστολου, όταν αυτός έχει διαβάσει το τελευταίο, πριν τον απροσδόκητο θάνατο, γράμμα της γυναίκας του που δεν είχε σταλεί ποτέ:

΄΄.....Οργίστηκε με το σύμπαν, (ο καπετάνιος) που είχε την δύναμη να περιφρονεί την αγάπη, να την κομματιάζει, να την αγνοεί...Ηττημένος, ανυπεράσπιστος από κάτι αόρατο και παντοδύναμο, έκρυψε το τετράδιο στο βάθος του συρταριού .΄΄

Κι αλλού αναφερόμενη στο φονικό σπαραγμό του τελευταίου μεγάλου πολέμου:

΄΄....Ο Θεός είχε ήδη αποσυρθεί απ' το θρόνο Του. Μερικοί άγγελοι μόνο, οι πιο ψύχραιμοι, έμειναν στη θέση τους για παρακολουθήσουν το χαλασμό και το αιματοκύλισμα της ανθρωπότητας απ' τη σύγκρουσή της με το θάνατο και τη δυστυχία....΄΄

Το ίδιο και όταν στηλιτεύει την κοινωνική αδικία:

΄΄....Γιατί κακά τα ψέματα, (λέει), παντού κάνει κουβέρνο το χρήμα. Στα ψηλά, στα χαμηλά παντού. Σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Μου φαίνεται πως στην άλλη ζωή θα μας κουμαντάρει και θα μας τοποθετήσουν κατά το βάρος που έχει το πουγκί του καθενός. Οι πλούσιοι ψηλά κι οι φτωχοί στα πόδια τους...΄΄

Ταξιδεύει τον αναγνώστη στο νησί, η κα. Νικολάκη-Καλαμάρη, αφού, όμως πρώτα, τον έχει αποβιβάσει, πλημμυρισμένο με την ευωδιά του καμπούσικου λεμονανθού της Μαγιάτικης αυγής, στην προκυμαία της Χίου, όπως την γνωρίζαμε παλιά με το μικρό ποστάλι να πλευρίζει και να κατεβάζει τη σκάλα του απέναντι από το καφενείο του Σαραντή που ξενυχτούσε για να προσφέρει το πρώτο πρωινό καφεδάκι.

Τον ξεναγεί στ' αρχοντικά του κάμπου με τις γαλάζιες πασχαλιές και τις κουκουναριές, τα γιασεμιά, τις μεγάλες σκάλες και τις στέρνες, χωρίς, όμως, να ξεχνά τις καρυδιές αλλά και το μαστίχι.

Και όταν μιλά για τον Βροντάδο και το Μυρσινίδι που χαιρετούν σφυρίζοντας τα Χιώτικα βαπόρια, τότε είναι που μυρίζει θάλασσα. Κλέβοντας τα λόγια της, θα πω ότι, χρησιμοποιεί με τέχνη του καλύτερου ζωγράφου, το μπλε, το πράσινο, το κίτρινο και το κόκκινο για να δώσει το χρώμα της θάλασσας και τ' ουρανού. Της βρονταδούσικης θάλασσας, της βρύσης του Πασά, της δασκαλόπετρας, με τις πηγές του Ράκτη να την δροσίζουν, με τα ψαροκάικά της.

Την θάλασσα που 'χει χαρίσει χαρές και συγκινήσεις μεγάλες αλλά και πίκρες αβάσταχτες και πόνο. Τον Χιώτικο τον πόνο τον θαλασσινό, τον αγιάτρευτο, τον πόνο που σου λειώνει τα σωθικά και τα λογικά σου, που δεν μαλακώνει ο ΄΄ Άγιος χρόνος ΄΄ της συγγραφέως. Τον άδικο πόνο που γεννούσαν τα θλιβερά μαντάτα για το ναυάγιο, όταν έφθαναν, ο μη γένοιτο ξανά, τηλεγραφικά για να σκορπίσουν την παγωμένη είδηση παντού.

΄΄...τα χαροκαμένα σπίτια θα 'βαφαν, μας λέει η συγγραφέας, μαύρες τις πόρτες και μαύρα τα παράθυρα, σημάδια φανερά της θλίψης για τους αγαπημένους νεκρούς τους άταφους, που θα 'μεναν για πάντα χωρίς μνήμα...΄΄

Το ίδιο κι όταν χτυπούσε η αρρώστια τους ναυτικούς, στα μακρινά λιμάνια.

΄΄...το δεύτερο παιδί της οικογένειας ήταν ο Κυριάκος, ο αδικοχαμένος γιος μακριά στην Αργεντίνα. Σ' ένα ταξίδι μεταξύ Μπουένος Άιρες και Λας Πάλμας, με μια ζέστη φονική, ξάπλωνε συχνά γυμνός σε ρεύμα για να δροσίζεται. Κρύωσε άσχημα και σήκωσε ψηλό πυρετό. Έπλεε λες, σε βραστό νερό. Το γύρισε σε πνευμονία και πέθανε μέσα σε παραμιλητό. Τ' άψυχο σώμα του, μη έχοντας άλλη λύση, το 'ριξαν στη θάλασσα κλεισμένο σ' ένα σάκο με βαρίδια για να πάει κάτω στο βυθό....΄΄

Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο της κας Καλαμάρη ΄΄Με χρώμα και αλμύρα΄΄, περιγράφει τη ζωή. Τη ζωή την καθημερινή, την δικιά μας την χιώτικη, του διπλανού μας, του ναυτικού, με μια ματιά ολοκληρωμένη ζωντανή, αληθινή. Καταφέρνει με παλμό και εναλλαγές του μύθου να κρατά τον αναγνώστη μέσα του, νιώθοντας, σε πολλά σημεία να ταυτίζεται με τα πρόσωπα της ιστορίας και φυσικά να αισθάνεται έντονα, τα συναισθήματα που οδήγησαν την ίδια για να τα καταγράψει. Αυτή, φυσικά, είναι και η επιτυχία του συγγραφέα.

Όμως, εκεί που η συμπατριώτισσά μας συγγραφέας δείχνει να πατά γερά και κάνει το κείμενό της να παρουσιάζεται ιδιαίτερα ξεχωριστό και καλοδουλεμένο, τουλάχιστο στον υποφαινόμενο, είναι δυο πράγματα:

Η σοβαρότητα και η πληρότητα του λογοτεχνικού κειμένου, στα εξειδικευμένα θέματα που διαπραγματεύεται, όπως, στη ναυτιλιακή ορολογία, στην περιγραφή των ταξιδιών των εμπορικών πλοίων και των ναυτιλιακών δρόμων της εποχής, η περιγραφή των καιρικών φαινομένων, των ναυαγίων, η εξιστόρηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ναυτικοί, χωρίς, όμως, όλα αυτά να κουράζουν, να αλλοιώνουν το ύφος του κειμένου ή να παρασύρουν τον αναγνώστη σε συνειρμούς που δεν είναι στο στόχο της συγγραφέως.

Και το άλλο, είναι η δυνατή και χωρίς αδυναμίες απόδοση και των πιο στρυφνών σκέψεων, όταν εναλλάσσεται σε ρόλους από φύλο σε φύλο και από ηλικία σε ηλικία ή όταν, σκιαγραφεί χαραχτήρες ή ακόμα, όταν έχει το θάρρος να φιλοσοφεί με ορισμούς για το τι είναι π.χ. ευτυχία, αγάπη, θάνατος, νοσταλγία, μοναξιά, ηθική.

Η κυρία Νικολάκη-Καλαμάρη,

Μας παρουσιάζει σήμερα την τρίτη κατά σειρά δουλειά της, φανερά πιο προχωρημένη από τις άλλες δυο. Δηλώνει, δε, ότι, ευρίσκεται προς το τέλος της επόμενης. Της εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια. Ευχόμαστε καλοτάξιδο το βιβλίο της και να αποκτήσει φίλους σ' όλη την Ελλάδα. Επίσης η ίδια και η οικογένειά της να 'χουν υγεία και δύναμη για αποδοτική συνέχεια.

Εξ άλλου, όπως, αναφέρει η ίδια, ΄΄ τη γοητεία του ταξιδιού που δεν τελειώνει ποτέ και σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως η ζωή δεν έχει σύνορα κι ο κόσμος τελειωμό...΄΄ είναι μου φαίνεται που αναζητά η ίδια, αλλά και όλοι μας.

Σας ευχαριστώ