Εκτύπωση

Παρουσίαση βιβλίου: Billy The Greek ΣΦΟ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Ο καπτα Γιώργης έχει δώσει σινιάλο στην αναζήτηση και τον προβληματισμό, από χρόνια και απ' ότι λένε, όσοι τον γνωρίζουν καλύτερα, από παιδί.

Ο υποφαινόμενος, τον συνάντησε για πρώτη φορά πριν λίγα χρόνια με αφορμή προηγούμενη, άλλου είδους δουλειά του. Γνώρισα έναν άνθρωπο ολιγόλογο, μετρημένο, μουσκεμένο από την θάλασσα, κλασική περίπτωση αιγνουσιώτη, που από τα γεννοφάσκια του έχει παρτίδες μαζί της, έναν καταρτισμένο επαγγελματία και ρέκτη της ναυτιλίας.

Το βιβλίο, όμως, που σήμερα παρουσιάζομε, αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του καπετάνιου. Μας εμφανίζει κάτι εντελώς ξεχωριστό από την μέχρι τώρα τεχνοκρατική συγγραφή του. Αφήνει χαλαρό το καπετανίστικο βλέμμα της γέφυρας να ναυσιπλοήσει σε απείρως δυσκολότερες θάλασσες, αυτές της κοινωνίας της, καθημερινής ζωής και διεισδύει με μια μοναδική παρατηρητικότητα και ευαισθησία, μέσα στις ναυτικές ψυχές για να τη μετουσιώσει, σε πολύπλευρη λογοτεχνική έκφραση.

Σε μεγάλο βαθμό η λογοτεχνία, με την μορφή του πεζού λόγου, που έχει ασχοληθεί με τους ναυτικούς και την ζωή τους, παρουσιάσει τους μακρινούς πόντους, με χρώματα και ήχους εξωτικούς, με λάγνα γυναικεία κορμιά, με κινδύνους και μύθους που οδηγούν σε λιμάνια αλεγρίας, που σαγηνεύουν σαν τις ομηρικές σειρήνες τους ναυτικούς και τους κρατούν σκλάβους στα πάθη και την λησμονιά.

Ο καπετάν Γιώργης επιλέγει, με τις μικρές του ιστορίες, να ταξιδεύει με λοξοδρομία, ίσια δηλαδή, με σεμνό και ταπεινό τρόπο, όπως ταιριάζει στην πραγματική ζωή του επαγγελματία ναυτικού. Κοιτά, παρατηρεί, καταγράφει τους παλμούς της ζωής στο πλοίο, τις σκέψεις και τα συναισθήματα, κυρίως, αυτά, των ανθρώπων της θάλασσας, όπως πράγματι είναι στην αντίξοη και αενάως μετακινούμενη κοινωνία του πλοίου, από τόπο σε τόπο, από την ζέστη στο κρύο, από την άνοιξη στο χειμώνα, από την ανατολή στην δύση, από το σκοτάδι στο φως, την μικρή αυτή κοινωνία που αγωνίζεται να διατηρήσει την ανεκτικότητα και την συνοχή μιας αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς, η οποία, όπως θα αντιληφθεί ο αναγνώστης, ήταν πιο ανθρώπινη από τη στεριανή.

Η εποχή που διαπραγματεύεται ο καπετάν Γιώργης, δεν αναφέρεται ΄50, ΄60 ίσως φθάνει και τα πιο μετά χρόνια. Είναι η εποχή των αλλαγών που επήλθαν στο μεταπολεμικό κόσμο ο οποίος, μετά τη καταστρεπτική θύελλα, ζούσε τους τελευταίους κλυδωνισμούς από το σουέλ που απόμεινε για να χαπιαρισθούν οι αποφάσεις και οι ισορροπίες της νέας κατάστασης.

Στην λατινική Αμερική είχε μπει το προζύμι για το φούσκωμα των κοινωνικών ανακατατάξεων, η Κίνα βάδιζε τον δρόμο του Μάο, η Κορέα τον δρόμο του διαμελισμού, η Αμερική στην εποχή του Μακ Άρθρουρ, ο ψυχρός πόλεμος εύρισκε σιγά-σιγά την πορεία του, η Κούβα την «σωτηρία» της με τον Φιντέλ Κάστρο και το Σουέζ άλλαζε χέρια.

Η Ελλάδα μόλις είχε βγει από το αδελφοκτόνο αιματοκύλισμα και ζούσε την πάλη να ξεπεράσει την ένδεια, στέλνοντας τα νιάτα της στο δεύτερο κύμα της μετανάστευσης για τις νέες χώρες, Αμερική, Αυστραλία, τον Καναδά. Η ναυτιλία μας αποδεκατισμένη, τα βαπόρια λίγα, τα χέρια πολλά. Οι άνεργοι ναυτικοί έστελναν, μας λέει ο καπ. Γιώργης έστελναν τηλεγραφήματα στο θεό και ζητούσαν λεφτά για να ζήσουν, όπως ο Νικόλας «πάτερ ημών, έγραφε, ο εν τοις ουρανοίς, στείλε μου χρήματα, γιατί δεν μου δίνει κανείς». Κατουρημένες ποδιές έπρεπε να φιλήσεις για να βρεις μια θέση σ' ένα μπάρκο. Ευτυχώς, όμως, ο κόσμος που ξανακτίζονταν ήθελε μινεράλια για τα σίδερα να σηκωθεί, σιτάρια να χορτάσει, κάρβουνο και πετρέλαιο να δουλέψουν οι φάμπρικες.

Οι Έλληνες «..πάσαν μεν θάλασσαν και γην εσβατόν τη ημετέρα τόλμη καταναγκάσαντες γενέσθαι..» αισθάνθηκαν και πάλι το αιώνιο καθήκον να θαλασσοκρατήσουν. Τα πράγματα καλυτέρευαν με το αυγάτισμα των ελληνικών βαποριών, τα εκατό Liberty (που φέτος δεν γιορτάζομε, σαν σήμερα είναι τα εξήντα χρόνια της απόκτησής τους, υποκύπτοντες στην έξη της ασθενικής μνήμης), έστρωσαν τον δρόμο της λύτρωσης και της ευημερίας για τον τόπο μας, την Χίο, την Αιγνούσα.

Και ξανοίγει στα μπάρκα του ο καπετάν Γιώργης και τους χωρεί όλους μέσα. Και τον Αντωνάκη και τον μπαρμπα Σιδερή, και τον μαστρο Σπύρο, και τον καπτα Παντελή, και την Φωφώ και την Πλουμή, και την Μαρία Εουχένια και τις μουλάτες και μας ταξιδεύει μαζί τους από την Δυτική κόστα στην Ιαπωνία, στην Αργεντίνα, στο Χιούστον, στο Τρινιντάτ, τη Βέρα-Κρούζ, το Πουέρτο-Ρίκο, στο Σάντος κι' από κει στο Άμστερνταμ για να τραβήξει πάλι δυτικά.

Μας διασκεδάζει με συρτάκι ντάνς και ζεϊμπέκικα στα ελληνικά μαγαζιά της άλλης Ελλάδας, στου Πατσά, στο Ακρόπολις, στο Αθήναι, αλλά και με τους ήχους της Imma Sumac και των Trio Los Indios, κερνά «μαργαρίτες» και κοπαλίμπρες και προκαλεί τις γεύσεις με τα «καβρίτος» και τις καβουρομαχίες στο Bahia do Sol.

Κυρίες και κύριοι,

Ο ναυτικός, ειδικά της περιοχής μας, όταν έφευγε για το καράβι έπαιρνε πάντα κάτι μαζί του. Άλλος το εικονάκι του Αϊ Νικόλα, άλλος τις φωτογραφίες της γυναίκας και των παιδιών, φυλακτά, καμιά μαγιά ούζο, (κάποτε, τώρα μετά το ναίν-ιλέβεν κόψανε κι' αυτά), άλλος κονσέρβες πουλάκια, άλλος την σύναψη κλπ., ο καπτα Γιώργης ο Φράγκος φαίνεται ότι, έπαιρνε μαζί του στο μπάρκο, πρόσωπα, πρόσωπα πολλά, μαζί, φυσικά με τα προβλήματά τους και τις χαρές τους, τις λύπες, όλα. Τα 'βγαζε από το ναυτικό σάκο του, τα 'βαζε σαν στολίδια στην κάμαρά του κι' άρχιζε στα ταξίδια του να τα ψηλαφεί, να τα στολίζει, να τα καθαρίζει, να κουβεντιάζει μαζί τους, να τα ταιριάζει μ' άλλα που 'παιρνε από το πλήρωμα, να γίνεται ένα μ' αυτά.

Αυτές τις εξαγνισμένες μορφές από το μύθο, φωτισμένες από τους αστερισμούς των ταξιδιών του και νοτισμένες από την ατμόσφαιρα την καραβίσια, μας παρουσιάζει σε 18 επεισόδια θα έλεγε κανείς, ο καπετάν Γιώργης στο βιβλίο του Billy The Greek. Ο Έλληνας, όπως είναι ή μάλλον όπως, ήταν τα χρόνια εκείνα στα βαπόρια, όπου ο ξένος στα χιώτικα και τα Αιγνουσιώτικα καράβια ήταν κανένας στερεολλαδίτης, κανένας Πειραιώτης, σήμερα ο ξένος είναι ο Έλληνας.

Ο παραδοσιακός και αφοσιωμένος εργάτης του πλοίου, ο αξεπέραστος Αιγνουσιώτης και Χιώτης αειναύτης, που ένοιωθε την εταιρία δικιά του, «εμείς στην εταιρία μας, συνήθιζε να λέει, κάναμε τούτο, πήραμε τα' άλλο», σαν τον μπάρμπα Σιδερή.

Τον μπάρμπα Σιδερή, τον κάθε Σιδερή που γέμιζαν τότε τα καράβια και είχε ο ένας αποκούμπι τον άλλο και παρηγοριά και έννοια..

ΔΙΑΒΑΣΕ σελ. 181...Αποβραδίς κάτι συζητιότανε...

Μα ταξιδεύει ο κ. Γιώργης στον κόσμο, σε λιμάνια, στους χώρους του πλοίου, με περιγραφές αυθεντικές, ρεαλιστικές, χειροπιαστές, εκείνο, όμως, που καταφέρνει καλά, είναι στις εναλλαγές των συναισθημάτων, ο κλυδωνισμός του αναγνώστη από την ευθυμία στον προβληματισμό, από την χαλάρωση, με τις περιγραφές χαριτωμένων περιστατικών ή χαρακτήρων, στο σφίξιμο με την ανημποριά του ναυτικού να ξεφύγει, να παλέψει στα ίσια τα καθημερινά μικρά ή μεγάλα προβλήματα του συνηθισμένου ανθρώπου της στεριάς.

Στο πέλαγος, τα ανθρώπινα, τα οικογενειακά προβλήματα, παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις, όσο το πλοίο γράφει μίλια μακριά από την πατρίδα και το σπίτι και τα συναισθήματα του ναυτικού γίνονται συχνά φορτίο ασήκωτο, ασύλληπτο.

Διάβασε .... ΣΕΛΙΔΑ 53 ....... Ο γέρο Γαβρίλος... (τρία κομμάτια)

Φίλες και φίλοι,

Η ζωή στα ελληνικά καράβια, την εποχή που μας διηγείται ο καπετάνιος, ακολουθούσε όσο γίνονταν, την ζωή της στεριάς, ήταν ο σύνδεσμος και το ξαλάφρωμα, εξ' άλλου, σε κάθε βαπόρι ήταν δεκάδες οι ναυτικοί από τα ίδια χωριά και πολλοί από την ίδια οικογένεια, ήταν ανάγκη να μεταφέρονται τα έθιμα, οι γιορτές, οι συνήθειες. Γεννητούρια στο σπιτικό, αγωνία στο καράβι, χαρές, κεράσματα, ευχές και πειράγματα στον πατέρα, τον παππού. Σαρακοστή στην Ελλάδα, σαρακοστή κι' από τους θεοφοβούμενους, στο βαπόρι.

ΔΙΑΒΑΣΕ ....σελίδα 74.... Μπήκε η μεγαλοβδομάδα.....

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί άνθρωποι της ναυτιλίας,

Την θάλασσα, την καλοσύνη της, την αγριάδα της, την ομορφιά της, την ζωή του ναυτικού, δεν είναι τυχαίο ότι, ο άνθρωπος την έχει θεοποιήσει, την έχει ζωγραφίσει, τραγουδήσει, την έχει κάνει ποίηση και θέατρο. Μεγάλοι άνθρωποι της τέχνης, Αϊβαζόφσκι, Βολανάκης, Ελύτης, Μότσαρτ, Μοντεβέρντι, Στράους, Σκαλκότας, Καλομοίρης, ο Καβάφης και τόσο άλλοι Έλληνες ή όχι με αξεπέραστα έργα έχουν ασχοληθεί μαζί της.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός. (Κ. Καβάφης «Φωνή από την θάλασσα»)

Παρ' όλα αυτά, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και το σύγχρονο κοινωνικό ρεαλισμό, ένα παραμένει αξεπέραστο και ακαταπολέμητο, αυτό που προκάλεσε τον μεγαλύτερο των μεγάλων, τον Όμηρο, το συναίσθημα του ναυτικού, ο νόστος!!!

Αγαπητέ καπετάν Γιώργη,

Θερμά συγχαρητήρια, εύχομαι το μυαλό και το σώμα σας και η οικογένειά σας, να είναι πάντα καλά για να συνεχίσετε να μας δίνεται τις ευαισθησίες σας και τις γνώσεις σας, σε κείμενα όπως τα προηγούμενα και τούτα.

Αγαπητέ Αντώνη και Γιάννη Παληέ,

Διπλά συγχαρητήρια για την απόφασή σας να εκδώσετε αυτές τις ναυτικές ιστορίες, τα πρώτα για το καλαίσθητο και την επιμέλεια της έκδοσης και τα δεύτερα γιατί θαλασσοθρεμένοι οι ίδιοι, με σεβασμό στις ρίζες σας, επιλέξατε το συγκεκριμένο θέμα και αναλάβετε την δαπάνη, ώστε, να έχομε αυτά τα ωραία κείμενα σήμερα στα χέρια μας και να διασώσετε στην ιστορική μνήμη μια πινελιά από την ζωή του ναυτικού. Λυπούμαι που το βιβλίο δεν έχει προλογηθεί, προκειμένου τα κείμενα να πάρουν τις διαστάσεις και τον χώρο που τους πρέπει. Να γνωρίζομαι ότι, αυτή η μυθιστορηματική διήγηση, της ζωής του ναυτικού, εκτιμάται σε μεγάλο βαθμό, όχι, μόνο για την λογοτεχνική αξία, αλλά και για την ιστορική τεκμηρίωση.

Πριν τελειώσω θέλω να ρωτήσω κάτι τον καπετάν Γιώργη, αφού πρώτα διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο που με διασκέδασε, αλλά και με συγκίνησε πολύ, το οποίο, παρεπιπτώντος πιστεύω ότι δεν μπήκε τυχαία στο τέλος του βιβλίου.

ΔΙΑΒΑΣΕ σελ. 183......Η συνάντηση έγινε τυχαία στου ΧΑΡΑΜΗ στην Τερψιθέα......

Καπετάν Γιώργη,

«Ο κουραμπιές που φάγετε οργώνοντας κύμα-κύμα τον Ωκεανό, ήτανε με μπόλικη ζάχαρη πασπαλισμένος;»