Εκτύπωση

Ο ΚΑΠΕΤΑΝ ΝΙΚΟΛΑΣ ΦΗΚΑΡΗΣ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Ένας από τους πιο σπουδαίους θαλασσινούς της Χίου έφυγε πλήρης ημερών για το μεγάλο ταξίδι πριν λίγες ημέρες. Ο καπετάν Νικόλας ο Φήκαρης.

Καρδαμυλίτης θαλασσοβρεγμένος από τα γεννοφάσκια του. Γιος καραβοκύρη, δεν μπορούσε να ακολουθήσει άλλο δρόμο παρά την αναζήτηση των ταξιδιών, το γέμισμα των ματιών και της ψυχής στην απεραντοσύνη των Ωκεανών, στις άκρες του κόσμου.

Με την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο των Καρδαμύλων ακολούθησε την μοίρα της ναυτομάνας του και μπαρκάρισε δόκιμος Πλοίαρχος το 1932. Παθιασμένος με την θάλασσα την δούλεψε πάνω από 50 χρόνια απ' όλες τις θέσεις της γέφυρας των πλοίων για να τελειώσει την θαλασσινή πορεία του σαν Αρχικαπετάνιος για πολλά χρόνια.

Ανήσυχο μυαλό ασυνήθιστο, κατέγραφε όλα τα χρόνια της καριέρας του κάθε τι από το τον κόσμο που συναντούσε, το μελέταγε, το σημείωνε σαν δάσκαλος για να το μεταφέρει, για να το διδάξει στους νέους ναυτικούς που «έπεφταν» στα χέρια του. Τον είχε προικίσει ο Θεός με μια μνήμη μοναδική που αποτύπωνε σα σφουγγάρι την κάθε λεπτομέρεια των μακρινών τόπων και της ζωής των κατοίκων τους, τις ιδιαιτερότητες των λιμανιών αλλά και τις εμπειρίες που βίωνε οργώνοντας την θάλασσα για μισό αιώνα.

Σταθμό της ναυτικής ιστορίας του τόπου του θεωρούσε και έτσι πράγματι ήταν, την ίδρυση του Γυμνασίου των Καρδαμύλων γεγονός που καταγράφει στο σπουδαίο βιβλίο που πρόλαβε να εκδώσει (γνωρίζω ότι άφησε μοναδικό ανέκδοτο έργο πίσω του) «Το ναυτικό των Καρδαμύλων στον Β΄ Π.Π.».

Είχε την δυνατότητα να μιλά για ώρες με μοναδικό τρόπο για την θάλασσα, την ζωή του ναυτικού, τα βιώματα του από τον καιρό του πολέμου, την μάχη του Ατλαντικού και να κρέμεσαι από τα χείλη του.

Σε τέτοιες στιγμές πατριωτικής συγκίνησης τον άκουσα να λέει το καταπληκτικό «.....όταν στην Ακρόπολη κυμάτιζε η σβάστιγγα (αναφέρονταν στην κατοχή) η ελληνική σημαία ταξίδευε υπερήφανη και ελεύθερη στις πρύμνες των ελληνικών πλοίων στα πέρατα του ελεύθερου κόσμου». Με δυο κουβέντες ξεδίπλωσε το μεγαλείο της ελληνικής ναυτιλίας και την λεβεντιά του Έλληνα ναυτικού.

Όσοι τον γνώριζαν θα συμφωνήσουν μαζί μου ότι ο καπετάν Νικόλας ήταν πρότυπο ναυτικού και πατριώτη. Πρωτοστάτησε σ' όλες τις πρωτοβουλίες για την διατήρηση της ναυτικής μνήμης και του χαρακτήρα των Καρδαμύλων, με το συγγραφικό του έργο την συμμετοχή του στην ίδρυση του ναυτικού μουσείου, κυρίως όμως με το πάθος του τα Καρδάμυλα να συνεχίσουν την ναυτική πορεία τους, τα παιδιά να ταυτιστούν με το στοιχείο που τα περιβάλει την θάλασσα, στο να μαθαίνουν τα παιδιά των Καρδαμύλων κολύμβηση. «Δεν γίνεται κ. Μιχαηλίδη τα παιδιά των Καρδαμύλων να μην ηξεύρουν κολύμβηση, πως θα γίνουν καλοί καπετάνιοι;» Αγωνιζόταν για χρόνια να γίνει κολυμβητήριο στα Καρδάμυλα. Το όνειρό του ας ελπίσουμε ότι θα πραγματοποιηθεί σύντομα.

Ο αείμνηστος καπετάνιος συνέβαλε με την αγάπη του στην δουλειά του και τους ναυτικούς αλλά και την προνοητικότητα που είχε να μελετά και να καταγράφει την ναυτική ιστορία του τόπου του στην εποχή του, στην διατήρηση σημαντικά της ιστορικής ναυτικής κληρονομιάς της Χίου και της Ελλάδας, όπως και ο άλλος σπουδαίος καρδαμυλίτης καπετάνιος ο αείμνηστος καπετάν Άγγελος Αγγελιδάκης. Η ναυτική Χίος τους οφείλει πολλά και βεβαίως τα Καρδάμυλα.

Ελπίζω ότι η γενέτειρά του κάποτε να τιμήσει κατά που πρέπει την συμβολή τέτοιων μοναδικών θαλασσινών.

Όσο αφορά τον υπογράφοντα, θα τον θυμάται πάντοτε με νοσταλγία και θαυμασμό για την λεβεντιά του, την ευγενική φυσιογνωμία του και την καλοσύνη του και προτείνει, γνωρίζοντας ότι ο καλός καπετάνιος θα το ήθελε πολύ, ως ελάχιστο σεβασμό και ευγνωμοσύνη στους ανθρώπους της θάλασσας του τόπου μας που δημιούργησαν την Χίο που σήμερα γνωρίζουμε θυσιάζοντας ακόμα και την ζωή τους, να πάρει κάποιος την πρωτοβουλία μια φορά τον χρόνο, ας πούμε την 3η Σεπτεμβρίου που αν θυμάμαι καλά, ξεκίνησε ο Β΄ Π.Π. με πρώτο θύμα στην θάλασσα χιώτικο καράβι στην Γδύνια, να καθιερωθεί ως μέρα της χιώτικης ναυτιλίας και να καταθέτουμε δυο λουλουδάκια στο μνημείο των απολεσθέντων για την λευτεριά ηρώων Χίων ναυτικών, που φιλοξενείται στο ναυτικό μουσείο της Χίου.

Καλέ καπετάνιε καλό ταξίδι για εκεί που πίστευες βαθειά.

Σταύρος Μιχαηλίδης

Αρχιπλοίαρχος Λ.Σ.

Εκτύπωση

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΧΙΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΑΝΑΠΤΥΞΙΑΚΟΥ ΝΟΜΟΥ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Ο νέος αναπτυξιακός νόμος, από τον οποίο προσδοκά και η Χίος να απορροφήσει κεφάλαια για την τουριστική ανάπτυξή της, ευρίσκεται σε εξέλιξη.

Παρατηρώντας την μέχρι τώρα πορεία, σε ότι έχει σχέση με τον τουρισμό στο νησί, διαπιστώνει κανείς αρκετές μεταβολές. Μένει, να εξακριβώσουμε κατά πόσο οι μέχρι σήμερα παρεμβάσεις και πολιτικές (αν υπήρξαν), διαμόρφωσαν περιβάλλον προοπτικής για την τουριστική και όχι μόνο, ανάπτυξη του τόπου.

Από τις αρχές της δεκαετίας του ΄80, με την είσοδό μας στην τότε Ε.Ο.Κ., ξεκίνησαν οι εισροές για την κατασκευή ξενοδοχειακών μονάδων, τουριστικών επιπλωμένων διαμερισμάτων κ.λπ.. Σήμερα πλέον, είναι αποδεκτό απ' όλους, ότι, πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες, επέτρεψαν ώστε, αυτή η αναπτυξιακή ευκαιρία να εκδηλωθεί στην Χίο υπό συνθήκες αποικιοκρατικής αντίληψης όπου, με την συνεργασία, τη συμμετοχή ή την ανοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης και δημόσιας διοίκησης, καταπατήθηκαν δημόσια κτήματα και αιγιαλός, συγκαλύφτηκαν τρανταχτές πολεοδομικές παραβάσεις, με αποτέλεσμα όσο το επιτρέπει ο εθισμός μας, να βιώνουμε την σημερινή τραγική εικόνα των κάποτε ελπιδοφόρων για την οικονομική ανάπτυξη περιοχών. Με παρόμοιο τρόπο εξελίχθηκε και η οικοδομική δραστηριότητα στις λεγόμενες τουριστικές περιοχές.

Αν κοιτάξουμε την ευρύτερη περιοχή της ανατολικής Χίου, αντικρίζουμε ένα απέραντο ενοποιημένο συνονθύλευμα, πολεοδομικής αναρχίας με ανεξέλεγκτους όγκους τσιμέντου. Παράδειγμα ο Καρφάς, η Αγία Ερμιόνη, η Αγία Φωτεινή κλπ. Η δημοτική αρχή της περιοχής (διαχρονικά), αποδείχθηκε ανίκανη να αντιμετωπίσει την κατάσταση και απαράδεκτα αδρανής η σημερινή, για να σωθεί ότι, μπορεί από δω και πέρα.

Αυτή η αλλοίωση του φυσικού κάλλους, άρα της προοπτικής για τον τόπο, συνεχίζουμε να την εκλαμβάνουμε ως μοντέλο τουριστικής ανάπτυξης, χωρίς τίποτα να δείχνει ότι, κάτι αλλάζει για την σωτηρία και την ουσιαστική ανάδειξη άλλων περιοχών του νησιού οι οποίες, θα μπορούσαν να τραβήξουν το συρμό της σταθερής και διαρκούς (αειφόρου) ανάπτυξης.

Ο επισκέπτης μας εύκολα διαπιστώνει ότι το νησί και ιδιαίτερα η πόλη, στερείται πολεοδομικού ρυθμιστικού σχεδίου έχοντας βρει εύκολη διέξοδο την επέκταση καθ' ύψος. Βλέπει την πρώτη οικοδομική γραμμή στις γνωστές παραλίες, να έχει δημιουργήσει ένα τείχος αδιαπέραστο όχι μόνο για την πρόσβαση, αλλά και την θέα προς την θάλασσα. Βλέπει πελώριες οικοδομές να κτίζονται σε αγροτεμάχια, χωρίς εκατοστό ακάλυπτου χώρου, κλπ. Ζει την αναρχία στην οδική κυκλοφορία, βλέπει απίστευτης ομορφιάς και ιστορίας περιοχές του νησιού, να μην έχουν βρει ακόμα τον ρόλο τους. Και τι δεν βλέπει...Μόνο εμείς δεν βλέπουμε ότι, κάθε χρόνο είμαστε σε χειρότερο επίπεδο από υποδομές και στην αισθητική διαχείριση του τόπου μας.

Αν στα παραπάνω λίγο αισιόδοξα, συμπεριλάβομε την γενικότερη ασύνετη, ατομική και αυτοδιοικητική, περιβαλλοντική συμπεριφορά μας (σκουπίδια, ασέβεια στο περιβάλλον, λύματα στην θάλασσα κλπ.), αλλά και την μακαριότητα της σημερινής Νομαρχιακής Διοίκησης στη λήψη ολοκληρωμένων πρωτοβουλιών και πολιτικών για την μεταναυτιλιακή εποχή της Χίου, τότε υπάρχει φόβος ότι, τα περιθώρια για να διεκδικήσουμε με προοπτικές το κομμάτι που μας αναλογεί, δικαιωματικά, από τις ευοίωνες εξελίξεις στον τουρισμό, αλλά και στην ποιότητα της καθημερινής ζωής, ελαχιστοποιούνται.

Η νέα τουριστική περίοδος, που αρχίζει θα μας βρει, πάλι, με τα ίδια κι απαράλλακτα προβλήματα. Πότε επιτέλους θα εγκαινιασθεί η χάραξη μιας απαρέγκλιτης διαπαραταξιακής για το θέμα που θίγομε στρατηγικής. Πότε επιτέλους θα πάψομε να αρκούμαστε στο λίγο και θα διεκδικήσομε το πολύ που όντως μας αξίζει;

Σ. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ

Εκτύπωση

ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΟ ΝΟΕ ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΧΙΟΥ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

«....Τους καιρούς που όλη η Ελλάδα ήταν βυθισμένη στην αθλιότητα της σκλαβιάς και στο φτωχό της έδαφος ζούσε με μόχθο και ραγιάδικη μοιρολατρία,............ η Χίος παρουσίαζε μια εικόνα ευδαιμονίας και αρχοντιάς. Η επικοινωνία της με την Ευρώπη- και τον πολιτισμό- ήταν συνεχής και ποικίλη. Το λιμάνι της, που το διαφέντευε ένα πελώριο κάστρο, ήταν γεμάτο μεγάλα ιστιοφόρα που γύριζαν ή που έφευγαν για τα μακρινά λιμάνια της Πόλης, της Οδησσού, της Μασσαλίας, μεταφέροντας τα προϊόντα της: το φημισμένο μαστίχι και τα χρυσά εσπεριδοειδή της..» (Κ. Ουράνης, από τα ταξίδια του στην Ελλάδα. 1890-1953)

Κυρίες και κύριοι,

Πριν σας παρουσιάσω μια σύντομη, λόγω του χρόνου που έχω στην διάθεσή μου, ιστορική και ταυτόχρονα οικονομική αναδρομή στην μακραίωνη ζωή της ιδιαίτερης πατρίδας μου, της Χίου, επίκεντρο το λιμάνι της και την ναυτική, ναυτιλιακή πορεία της, θέλω να ευχαριστήσω θερμά την κυρία και τον κύριο Παντελεημονίτη, που σε συνεργασία με τον φιλόξενο Ναυτικό Όμιλο Ελλάδος καθιέρωσαν αυτές τις πολύ όμορφες και πρωτότυπες βραδιές και βεβαίως όλους εσάς που μας κάνετε την τιμή να παρευρίσκεστε.

Το νησί της Χίου, η γέφυρα του αιγαίου και της δύσης για χιλιάδες χρόνια με τον χώρο της Ιωνίας και της ανατολής, έχει πάρει κατά τη διάρκεια της πολυτάραχης ζωής της πολλά ονόματα. Όλα λίγο ή πολύ σαφώς συνδεδεμένα με τα χαρακτηριστικά της και τον βίο της. Κάποια έχουν φτάσει μέχρι τις μέρες μας από μύθους και παραδόσεις και άλλα από γραπτές μαρτυρίες. Έχει αναφερθεί Οφιούσα διότι ήταν γεμάτη από φίδια και θηρία, Θυμίζω ότι πριν λίγες δεκαετίες σε μια ακροθαλασσιά της κεντρικής Χίου, στην γειτονιά μου στον μέγα Λιμιόνα βρέθηκαν απολιθώματα Μαμούθ, Πιτυούσα για τα πολλά δάση από πεύκα, καθόλου παράδοξο αν σκεφθεί κανείς τα χιλιάδες πλοία, εμπορικά και πολεμικά, που κατασκευάσθηκαν στην Χίο στην ιστορία της, Μάκρις από το σχήμα της, Αιθάλια για το χρώμα της, Χία ή Χίος από την νύφη Χιόνη κόρη του Οινωπίωνος του πρώτου οικιστή, εκπολιτιστή και βασιλιά του νησιού. Κατ' άλλους έλαβε το όνομά της από το όνομα του γιου του Ποσειδώνα ο οποίος γεννήθηκε στην Χίο από την νύμφη που την ημέρα της γέννησής του έπεφτε πολύ χιόνη και ονομάσθηκε Χίος. Από την εποχή πάντως του Ομήρου το νησί είναι γνωστό ως Χίος. «..Η καθύπερθε Χίιο νεοίμεθα παιπαλοέσης..» (Οδήσεια, γ, στ.)

Κατά τον αείμνηστο καθηγητή Αντώνιο Δαμαλά, το όνομα Χίος προέρχεται από την λέξη Σφίγξ η οποία στην αρχαία αιγυπτιακή γραφή συμβολίζονταν ως θηρίο με σώμα λιονταριού και κεφαλή γυναίκας προφερόμενου ως Χιιού και στα αρχαία κρητικά Χίιος. Σύμβολο με το οποίο από την αρχαιότητα έχει συνδεθεί ο τόπος. Στην Αίγυπτο εξ' άλλου υπήρχε πόλις με το όνομα Χιιού δηλαδή η πόλις της Σφιγγός.

Οι ανατολικοί λαοί συνδέουν το όνομά της με την μαστίχα. Οι φοίνικες την αποκαλούσαν «Μεστίκ» λέξι που σημαίνει το δέντρο που εκχέει, οι Πέρσες «Σεγέξ» μαστίχα, οι Άραβες «Γκεζιράτ αλ μαστίκη» και οι Εβραίοι Χισσάν. Οι τούρκοι ονομάζουν την μαστίχα «Σακκίζ» και το νησί «Σακκίζ Αδασί».

Αρχαιολογικά ευρήματα στο 'Aγιο Γάλας και στο Eμπορειό παρέχουν ενδείξεις ότι το νησί κατοικείται, τουλάχιστο, από το 6.000 π.X.. Για την πόλη υπάρχουν μόνο ενδείξεις πρωιμότερες του A' Iωνικού αποικισμού, όταν Ίωνες από την κυρίως Ελλάδα γύρω στο 1100 π.Χ., δηλαδή μετά την εποχή του χαλκού, εγκαταστάθηκαν στη Χίο και την ανέδειξαν σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις του αρχαίου κόσμου. Η Χίος ανήκε στην Iωνική Συνομοσπονδία γνωστή και με την ονομασία Πανιώνιος Δωδεκάπολις, με κέντρο το ιερό Πανιώνιο, κοντά στη Mυκάλη, που με τον καιρό από θρησκευτική και πανηγυρική σύνοδος πήρε τη μορφή «Κοινού» (ομοσπονδιακού κρατικού σχηματισμού).

Οι Ίωνες οι οποίοι κατάγονταν από την ηπειρωτική Ελλάδα, και συγκεκριμένα (σύμφωνα με τον αείμνηστο Γ. Ζολώτα ο οποίος αναφέρεται στο Κοραή), την Βοιωτία, ο Ποσειδώνας είχε και άλλο γιο τον Βοιωτόν, αποίκισαν μια σειρά από νησιά χτίζοντας πόλεις κατά μήκος των ανατολικών ακτών της Μικράς Ασίας. Σύντομα οι πόλεις αυτές ανέλαβαν πρωτεύοντα ρόλο στην εξέλιξη του Ελληνικού πολιτισμού.

Ο αείμνηστος Γ. Ζολώτας προς επίρρωση των προαναφερθέντων παραλληλίζει κάποιους οικισμούς της Χίου με της Βοιωτίας, όπως: Τα Κουρούνια με την Κορώνεια, την Ελάτα με την Ελάτεια, τα Φυτά με τα Οινόφυτα, τα Λεπτόποδα με το Λεπτόγγιον, τα Θυμιανά με τις Φυμίες, τους Ολύμπους με την Ελυμίαν, την Καλαμωτή και το Πυργί με τας Καλάμας και τον Πύργον αποικιακές πόλεις των Βοιωτών στην Μεσσηνία, την Καλλιμασιά με τον Καλαμισόν της Λοκρίδας, την Βέσσα με την Βύσσαν, τον Δαφνώνα με τον Δαφνούντα, τα Αυγώνυμα με τις Αυγιές.

Κυρίες και κύριοι,

Η αναμφισβήτητα πορεία ενός τόπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την γεωγραφική θέση του. Η περίπτωση της Χίου είναι χαρακτηριστική για το πώς η πολιτική και οικονομική ιστορία της, από τους αρχαίους και κλασικούς χρόνους, κατόπιν στους ελληνιστικούς, ρωμαϊκούς, βυζαντινούς και κατά την περίοδο της τουρκικής κατοχής, επηρεάστηκε τόσο πολύ από την θέση της στο Αιγαίο, όντας στο κέντρο των θαλάσσιων δρόμων που συνέδεαν τις πιο σημαντικές πόλεις της Μεσογείου της Δύσης και της Ανατολής. Η θέση της αυτή, την ανέδειξε σε σημαντική ναυτική και οικονομική δύναμη για την οποία πολλοί την επιβουλεύτηκαν και άλλοι επεδίωξαν την σύμπραξή της.

Η Χίος δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί τόπος αυτάρκης ως προς την παραγωγή των προϊόντων της. Το έδαφός της παράγει το περιττό και στερείται του αναγκαίου, κατ' ανάγκη απαιτούνταν να εξάγει το ένα για να αποκτά το άλλο. Αυτή η ανάγκη ωθεί τους Χιώτες στο εμπόριο. Προϊόντα της η μοναδική μαστίχα, τα κεραμικά της και το περίφημο κρασί της, ο Αριούσιος οίνος. Ο Πλούταρχος μας αναφέρει, ότι τον 4ο π.χ. αιώνα πουλιόταν στην Αθήνα ένας χιώτικος αμφορέας με αριούσιο, μια μνα, όσο δηλαδή η τιμή για την αγορά τριάντα εκατόλιτρων σιταριού.

Για την εξυπηρέτηση του εμπορίου της ιδρύει στο βορά, πόλη σταθμό/πρακτορείο, την Μαρώνεια στην Θράκη και στο νότο την Ναύκρατη στο δέλτα του Νείλου και από τις πρώτες ιδρυτικές πόλεις της ελληνικής ομοσπονδίας και του κοινού ναού «Ελλήνιον» . Εμπορικές σχέσεις πέραν της Αιγύπτου, είχε αναπτύξει με όλες τις τότε γνωστές πόλεις από την Ισπανία την Λιβύη την Φοινίκη, τον Εύξεινο Πόντο, τις αδελφές Ιωνικές πόλεις, αλλά, σύμφωνα με τα προξενικά ψηφίσματα και τους προξενικούς καταλόγους, στις γνωστές παράλιες πόλεις της Μ. Ασίας και της μεσόγειας όπως στις Σάρδεις, τα Θυάτειρα, Σύνναδα, Αλάβανδα, την Κύζικο, το Βυζάντιο, τη Συνώπη, Παντικάπαιο κ.α..

Ο Αριστοτέλης στα πολιτικά του αναφέρει: «..πολλαχού γαρ έκαστα τούτων πολύοχλα, οίον αλιείς μεν εν Τάραντι και Βυζαντίω, τριηρικόν δε Αθήνησιν εμπορικόν δε εν Αιγίνη και Χίω...» αλλά και ο Θουκιδίδης αναφερόμενος στον Αλκιβιάδη: «... αυτός αντιλέγων υπέρ του Τισσαφέρνους ως οι μεν Χίοι αναίσχυντοι είεν, πλουσιώτατοι όντες των Ελλήνων...»

Η επιλογή της Χίου να ασκεί εμπόριο χωρίς να προκαλεί με την ίδρυση αποικιακών πόλεων πέραν των προαναφερομένων της προσέδωσε την ευκαιρία να αποκτά πλούτο τον οποίο με την συνετή πάντοτε επιδίωξή της να κυβερνάται αυτόνομα από δημοκρατικό μανδύα μεν αλλά αριστοκρατικό ως προς την ουσία για να δημιουργεί πλούτο, την κατέστησε τεράστια ναυτική δύναμη. Ξέφευγε από την κυριαρχία χάρη στην πρόνοια αλλά και την δύναμη που είχε να επιβάλλει αντί φόρων που υποδήλωναν υποτέλεια, συνεισφορά με πλοία και στρατιώτες. «...και των μεν υπηκόων και φόρου υποτελών Ερετριής και Χαλκιδής και Στυρής και Καρύστιοι απ' Ευβοίας ήσαν, από δε νήσων Κείοι και Ανδρίοι και Τήνιοι, εκ δε Ιωνίας Μιλήσιοι και Σάμιοι και Χίοι. Τούτων Χίοι ουχ υποτελείς όντες φόρου, ναυς δε παρέχοντες αυτόνομοι ξυνέσποντο..». [1]

Την τεράστια ναυτική δύναμη της Χίου και των δυνατοτήτων της στην ναυπήγηση εκείνων των χρόνων, μπορεί να αναλογισθεί κανείς αν υπολογίσει ότι κατά την Ιωνική επανάσταση εναντίων των περσών οι Χίος μόνη της παρέταξε στην Ναυμαχία της Λάδης (494 π.χ.) 100 πλοία από τα 353 συμμαχικά. Η εξέλιξη βέβαια της μάχης με την συντριπτική ήτα των επαναστατημένων Ιωνικών πόλεων, τραυμάτισε σημαντικά στη Χίο, σε βαθμό που η συμμετοχή της αργότερα στους μηδικούς πολέμους να μην είναι ανάλογη.

Μετά τις νίκες των Ελλήνων κατά των Περσών και την απελευθέρωσή της, σύμμαχος πλέον των Αθηνών, απόλαυσε για 50 χρόνια μέχρι την έναρξη του πελοποννησιακού πολέμου την ειρήνη. Ακολούθησε η καταστροφή των Αθηναίων στην Σικελία στην οποία οι Χιώτες συμμετείχαν με 20 τουλάχιστο τριήρεις και οι οποίοι υπέστησαν ανάλογης καταστροφής.

Η αλλαγή στρατοπέδου από τους εξασθενισμένους Αθηναίους προς τους ισχυρούς σπαρτιάτες προς το τέλος του πολέμου (412 π.χ.) δεν τους βγαίνει σε καλό. Οι Αθηναίοι οι οποίοι τόσο ανησύχησαν από την αποστασία της «..μεγίστης των εν Ιωνία ξυμμαχίδων πόλεων...» και την πιθανότητα να την ακολουθήσουν και άλλες, δεν δίστασαν να χρησιμοποιήσουν τα 1000 τάλαντα που φυλάσσονταν για την μεγίστη ανάγκη, για την κατασκευή στόλου προκειμένου να επανακτήσουν την Χίο. «..Καὶ ἐν τε Καρδαμύλῃ ἀποβάντες καὶ ἐν Βολίσσῳ, τοὺς προσβοθήσαντας τῶν Χίων μάχῃ νικήσαντες καὶ πολλοὺς διαφθείραντες ἀνάστατα ἐποίησαν τὰ ταύτῃ χωρία» ( Θουκιδίδης Η΄, 24) Το τέλος ήλθε ως γνωστό με την ήτα των Αθηναίων στους Αιγός Ποταμούς το 404 π.χ. την σκληρή κυριαρχία των Σπαρτιατών την απαγόρευση κατοχής στόλου, μέχρι την ίδρυση της Β΄ Αθηναϊκής συμμαχίας.

Τα επόμενα χρόνια και μέχρι την επικράτηση του Αλεξάνδρου που σήμανε εκτός των άλλων και την οριστική απεμπλοκή των Περσών από τα πολιτικά της Ελλάδας, αλλά κα την εποχή των επιγόνων και αργότερα κατά την Ρωμαϊκή περίοδο η Χίος συνεχίζει την πορεία της μάλλον ειρηνικά συντασσόμενη με τους Ρωμαίους όχι όμως τόσο ακμάζουσα οικονομικά.

Οι αμφιβολίες του Μιθριδάτη για την στάση της Χίου επισύρουν την οργή του και καταστρέφει το νησί αποστέλλοντας το 86 π.χ. τον στρατηγό του Ζηνόβιο. Από τον Μιθριδάτη θα απελευθερωθεί ένα χρόνο αργότερα με την επικράτηση του Σύλλα την οποία ανακηρύσσει ελεύθερη και αυτόνομη.

Η σφαγή των Χίων μετά την ναυμαχία της Λάδης το 494 π.χ. και η καταστροφή της Χίου από τον Μιθριδάτη το 86 π.χ. μπορούμε να πούμε ότι είναι στιγμές στην Ιστορία του τόπου που δοκίμασαν την αντοχή του παρόμοια με αυτήν του 1822.

Για τους αιώνες που ακολούθησαν, Ρωμαϊκή και Βυζαντινή περίοδος μέχρι τον 11ο αιώνα μ.χ. η Χίος παρακμάζει σε σύγκριση με την δύναμη του παρελθόντος, η ναυτιλία της και το εμπόριο φθίνει αφού οργανωμένα και με την ανοχή των Ρωμαίων η πειρατεία από την Κιλικία μέχρι και τις ακτές της Αφρικής ακόμα και της Ιταλίας ελέγχει τους εμπορικούς θαλάσσιους δρόμους, λεηλατούνται τα έργα τέχνης του νησιού για να στολίσουν αρχικά την Ρώμη και αργότερα το Βυζάντιο. Για τους μεν πρώτους χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της διαρπαγής έργων τέχνης από την Χίο τον πρεσβευτής της Ρώμης στην Κιλικία Ουέρρη το 80 π.χ ο οποίος δικάστηκε τελικά στην Ρώμη μετά την διαμαρτυρία των Χίων αφού ο προαναφερόμενος καταλήστευσε και το ναό του Φαναίου Απόλλωνος. Για τους Βυζαντινούς χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της κλοπής των τεσσάρων «..κεχρυσωμένων ίππων οι ύπερθεν των καγγέλων ορόμενοι ... οι οποίοι από της Χίου ήκασιν επί Θεοδοσίου του μικρού.. (408-450».[2] Εννοεί τον ιππόδρομο της Κωνσταντινούπολης απ' όπου μετά την φράγκικη άλωση μεταφέρθηκαν και εκτίθενται, ως γνωστόν, στο μουσείο του Αγίου Μάρκου, με τις ρέπλικες στην οροφή του.

Τελευταία συμμετοχή Χιώτικου ναυτικού σε πολεμική επιχείρηση, θεωρείται η ναυμαχία της Καλλίπολης 323 μ.χ. μεταξύ του γιου του Μ. Κων/νου Κρίσπου και του Αμάνδου, Ναυάρχου του αντιπάλου του Λικινίου, με νίκη του πρώτου.

Πριν κλείσω το κεφάλαιο της πρώτης περιόδου της ιστορικής διαδρομής της Χίου στην αρχαιότητα θα κάνω μια αναφορά, μια και ταιριάζει στην ημέρα, σε δυο επιφανείς μαγείρους αυτής της περιόδου, τον Σιμωνακτίδη ο οποίος μας έχει αφήσει το εγχειρίδιο «περί οψοποιϊκής τέχνης» δηλαδή έντεχνης μαγειρικής και ο Νηρεύς ο οποίος αναφέρεται μεταξύ των επτά καλύτερων μαγείρων του Γ΄ π.χ. αιώνα ονομαστός για το μαγείρεμα του «γόγγρου» δηλ. του μουγκριού.

Κυρίες και κύριοι,

Κάθε θαλασσινός τόπος είναι γεγονός ότι συνδέεται με το λιμάνι του, πόλεις ιδρύονται γύρω σε αγκάλες και αγκυροβόλια, το λιμάνι γίνεται το κέντρο της ζωής και σιγά-σιγά το ένα δένεται με το άλλο, αναπτύσσεται ή μαραζώνει μαζί του.

Η αρχή της ιστορίας του λιμανιού της Χίου και φυσικά της πόλης χάνεται στο βάθος των αιώνων. Η αναφορά στους δειπνοσοφιστές του Αθήναιου (Δειπν. Α, 28) για την Χίο «..Χίος έναλος, πόλις Οινοποίωνος..» πιθανόν να προσδιορίζει την απαρχή του στην μυκηναϊκή εποχή όπου ο Οινοποίωνας θεωρούμενος ως πρώτος οικιστής την κατέλαβε.

Αναφορές για λιμάνια στην Χίο την αρχαιότητα έχουμε αρκετές, όπως τον «αληθή λιμένα, λιθί-λιμένα» και τον «Βαθύ λιμένα» που αναφέρονται στην επιγραφή του Αττάλου. Το πρώτο μάλλον ταυτίζεται με τον λιμένα Λαΐους του Στράβωνα και το δεύτερο με το λιμάνι των Φανών μια και πάλι ο Στράβωνας μας δίνει πληροφορίες λέγοντας, «..είτα Φάναι, λιμήν βαθύς, και νεώς Απόλλωνος, και άλσος φοινίκων...».

Ο Θουκυδίδης μαρτυρεί το λιμάνι των Καρδαμύλων στην απόβαση των Αθηναίων όταν, όπως προανέφερα κατέπλευσαν προς το τέλος του Πελοποννησιακού πολέμου το 411 π.χ. να καταλάβουν την Χίο που είχε μεταπηδήσει προς την πλευρά των ισχυρών Σπαρτιατών. Βέβαια τα Καρδάμυλα αποτελούνταν τότε, σύμφωνα με τον Ζολώτα, από πολλούς οικισμούς ένας των οποίων ήταν και το Δελφίνι porto fino αργότερα. Κατά την άποψή μου η εν λόγω αναφορά ταυτίζεται με το συγκεκριμένο λιμάνι αφού είναι εξακριβωμένο ότι εκεί στρατοπέδευσαν τελικά και οχυρώθηκαν οι Αθηναίοι για τις πολεμικές επιχειρήσεις τους στην Χίο την Λέσβο «...Αθηναίοι.....Δελφίνιον ετείχιζον, χωρίον άλλως τε εκ της γης καρτερόν και λιμένας έχον και της των Χίων πόλεως ου πολύ απέχον...».

Αναφορά επίσης από τον Θουκυδίδη έχουμε για ένα τόπο που τον ονομάζει «Λευκώνειον» ο Fustel de Coulanges το ταυτίζει με την σημερινή Λευκωνιά πλην όμως οι ιστορικοί έχουν αντιρρήσεις και το ταυτίζουν με το γνωστό Εμπορειό, για το οποίο αρχαιολογικά ευρήματα από την περιοχή μας δηλώνουν εμπορική δραστηριότητα της περιοχής πριν χιλιετίες.

Το αρχαίο λιμάνι της Χίου τοποθετείται πάνω-κάτω στην σημερινή θέση μάλλον βορειότερα προς την περιοχή των βυρσοδεψείων και προς την ενδοχώρα. Ευρήματα τμήματος μάλλον μόλου του λιμανιού βρέθηκαν σε ανασκαφές στο σημείο σήμερα που διασταυρώνεται η απλωταριά με την πλατεία του βουνακιού. Η θέση πρέπει να επιλέχθηκε για τρεις κυρίως λόγους

Πρώτον εκ του γεγονότος ότι η ανατολική πλευρά του νησιού γειτνιάζει με την Ασία όπου η επικοινωνία και οι συναλλαγές μπορούσαν ευκολότερα να πραγματοποιηθούν πολύ δε περισσότερο μετά τον αποικισμό της ευρύτερης περιοχής από τους ομογενείς των Χίων Ίωνες.

Δεύτερον ότι η επιλογή για τον ελλιμενισμό, ειδικά τους αρχαίους χρόνους, των πλοίων της εποχής απαιτούσε διαμόρφωση της ακτής τέτοια που να διευκολύνει το τράβηγμα. Η συγκεκριμένη, λοιπόν περιοχή, εκβολή του ποταμού Καλοπλύτη, δημιουργούσε αυτές τις προϋποθέσεις. Και τρίτον το γεγονός ότι η συγκεκριμένη θέση ευρίσκεται στο κέντρο του πιο εύφορου τμήματος της κεντρικής Χίου η οποία απαιτούσε μια βολική πρόσβαση για την δια θαλάσσης μεταφορά των καρπών της.

Η επιλογή βέβαια των εκβολών του Καλοπλύτη εξυπηρετούσε τις ανάγκες της αρχαίας εποχής για την προσάραξη ή αγκυροβόληση των πλοίων πλην, όμως, προϊόντος του χρόνου και της εξέλιξης των πολεμικών και εμπορικών πλοίων ο βολικός κατ' αρχήν τόπος, έγινε το μεγαλύτερο πρόβλημα, μέχρι και τις μέρες μας, όπως θα δούμε για το λιμάνι λόγω των προσχώσεων.

Ο Στράβωνας ο οποίος στα τέλη του 1ου π.χ. αιώνα επισκέφτηκε την Χίο λέγει για το λιμάνι: «...πόλιν δ' έχει ευλίμενον και ναύσταθμον νηυσίν ογδοήκοντα...». Πιθανόν στην έννοια του λιμανιού να εννοεί και τις εγκαταστάσεις π.χ. νεώσοικους για τον πολεμικό στόλο της Χίου την ναυτική δύναμη της οποίας και ο Ισοκράτης θαύμαζε αναφέροντας: «...για τους Χιώτες τούτο και μόνο σας αναφέρω, όποιος αποφάσιζε να συμμαχήσει μαζί των ήταν βέβαιο ότι αυτός θα εξασφάλιζε και την κυριαρχία στην θάλασσα..».

Ο Ιουδαίος ιστορικός Φλάβιος Ιώσηπος (37-...μ.χ.) μας πληροφορεί ότι κατά την περιοδεία του Ηρώδη του Μέγα προς τον Εύξεινο Πόντο για να συναντήσει τον Φίλο του Μάρκο Αγρίπα περί το 14-12 π.χ. τον εμπόδισε ο καιρός και φιλοξενήθηκε στην Χίο, ο οποίος προσέφερε πολλά χρήματα για να εξοφλήσει χρέος προς την Ρώμη, αλλά και να επισκευάσει την μεγαλοπρεπή στοά της πόλης της αγοράς της, η οποία μάλλον είχε καταστραφεί κατά την διάρκεια του Α΄ Μιθριδατικού πολέμου (88-85). Νεώτεροι ιστορικοί αναφέρουν ότι ο Ηρώδης σ' αυτό το ταξίδι επισκεύασε και το λιμάνι της Χίου, κάτι που δεν επιβεβαιώνεται από τα κείμενα του Ιώσηπου. Εδώ, οι δωρεές του Ηρώδη προς τους Χιώτες ίσως υποδηλώνουν και την ύπαρξη μικρής, πάντως, Ιουδαϊκής κοινότητας στην Χίο, αν και οι Ιωνικές πόλεις φημίζονταν για τον αντι-ιουδαϊσμό τους ένεκα της άρνησης των Ιουδαίων να αποδεχτούν την ελληνική λατρεία.[3]

Η Χίος τους επόμενους αιώνες δεν αναφέρεται συχνά σε κείμενα και εκτιμάται ότι η ρωμαϊκή κυριαρχία και στην θάλασσα, η πειρατεία, οι αλλεπάλληλες καταστροφές του νησιού, η απαγόρευση κοπής δικού της νομίσματος, περιόρισαν τις εμπορικές συναλλαγές με επακόλουθο τον περιορισμό της ναυτικής ισχύος των Χίων οι οποίοι, όμως, όπως θα δούμε μετά τον 15ο -16ο αιώνα αρχίζουν δυναμικά την επανεμφάνισή τους για να κυριαρχήσουν και πάλι στο εμπόριο σε όλη την Μεσόγειο την Ανατολή και την Ευρώπη τον 17ο και μετά.

Σταθμός στην βυζαντινή και όχι μόνο ιστορία της Χίου και στην οικονομικής της ανάπτυξη, θεωρείται η ανέγερση προς το τέλος του 9ου αιώνα του κάστρου της Χίου στην Β-ΒΔ πλευρά του λιμανιού της πόλης, μάλλον επί Αυτοκράτορος του Βασιλείου Β΄ του βουλγαροκτόνου (992), μια και η Άννα Κομνηνή, στην περιγραφή της για την επιδρομή του Σελτζούκου τούρκου Τζαχά κατά της Χίου αναφέρει ότι αυτό κατέπλευσε κάτω από τα τείχη κάστρου.

Το κτίσιμο του παράλιου φρουρίου της Χίου καταδεικνύει την σπουδαία οικονομική και στρατιωτική θέση του νησιού για την Βυζαντινή αυτοκρατορία. Η επιλεγείσα θέση κυρίως σκοπό είχε την προστασία του λιμανιού της, ουσιαστικά δηλαδή του εμπορίου της και του πολεμικού στόλου. Η πόλις κατέστη έγκλειστος και ασφαλής η οποία προϊόντος του χρόνου επεκτάθηκε έξω απ' αυτό. Η ύπαιθρος άρχισε να καλλιεργείται εντατικά κυρίως μετά την διαδοχική κατάληψή της από τους Βενετούς και στην συνέχεια τους Γενουάτες με τις εύπορες οικογένειες να ανεγείρουν πύργους για την προστασία τους, εικόνες που μας έχουν κληροδοτήσει οι διάφοροι περιηγητές που επισκέφθηκαν την Χίο.

Η επιλογή βεβαίως της δυναστείας των Μακεδόνων αυτοκρατόρων να ανεγείρουν κάστρα σε διάφορες στεριανές πόλεις και νησιά είχε να κάνει με την προσπάθεια για την αμυντική θωράκιση της αυτοκρατορίας, την εξασφάλιση των νησιών του Αιγαίου η ζωή και η δραστηριότητα των οποίων αποσυντονίστηκε δραματικά από τις πειρατικές επιδρομές για αιώνες, αλλά και του εμπορίου το οποίο είχε καταρρεύσει κυρίως από τους Άραβες και στη συνέχεια Ιταλούς πειρατές. Η Χίος ορίσθηκε η έδρα του Θέματος του Αιγαίου Πελάγους δηλαδή ενός από τα τέσσερα του ναυτικού πλωΐμου, το οποίο περιελάμβανε εκτός της Χίο, τις Κυκλάδες, την Λέσβο, την Τένεδο, την Ίμβρο, την Λήμνο την Σκύρο και τον Ελλήσποντο. Αυτό σε συνδυασμό με την θέση της Χίου για τους πλόες προς την Κωνσταντινούπολη και τα λιμάνια της Μαύρης θάλασσας, προσέδωσαν στο νησί τις προϋποθέσεις για την ανάκτηση τα επόμενα χρόνια της παλαιάς αίγλης του στην ναυτιλία και το εμπόριο.

Οι προοπτικές αυτές προσέλκυσαν τις νέες ναυτικές και εμπορικές δυνάμεις της εποχής αρχικά το Αμάλφι, κατόπιν την Βενετία και μετά την Γένοβα. Οι Βενετοί, δρώντας άλλοτε ως Βυζαντινοί υπήκοοι και άλλοτε ως πειρατές, αναδείχτηκαν στη μεγαλύτερη ναυτική δύναμη στη βόρεια και κεντρική Αδριατική. Το 992 εξαργυρώνοντας τις υπηρεσίες τους προς το Βυζάντιο απέκτησαν τα πρώτα εμπορικά προνόμια και το 1082 με χρυσόβουλο του Αλέξιου Α΄ Κομνηνού εγκαθίστανται στην Χίο.

Κυρίες και κύριοι,

Ο 11ος αιώνας μπορεί να χαρακτηρισθεί ως η ανατολή της Δύσης και η αρχή της δύσης της Ανατολής. Τα αραβικά φύλλα που κρατούσαν ουσιαστικά το εμπόριο στην ανατολή αποδυναμώνονται από τις μεταξύ τους διαμάχες. Τα σταυροφορικά κράτη που ελέγχουν σταδιακά τις ανατολικές επαρχίες του Βυζαντίου ανακαλύπτουν και μεταφέρουν στην δύση τις προχωρημένες τεχνολογίες στην γεωργία, την μεταλλουργία, και εμπορεύονται με νέες σύγχρονες μεθόδους τα νέα γι' αυτούς προϊόντα, μπαχαρικά, ζάχαρη, πολύτιμους λίθους, ελεφαντόδοντο, μετάξι, βαμβάκι, μουσελίνες κλπ. Οι πόλεις κράτη που προανέφερα κυριαρχούν σταδιακά στις θάλασσες και το εμπόριο και συσσωρεύουν αμύθητο πλούτο .

Το βυζάντιο έχει αποδυναμωθεί δραματικά, η καταστροφή στο Μάντζικερτ τον Αύγουστο του 1071 (Ρωμανός Δ΄ Διογένης-Σουλτάνος Αλπ-Αρσλάν) θα εγκαταστήσουν ουσιαστικά υποτελείς τους Βυζαντινούς στους Σελτζούκους. Οι βενετοί με ισχυρή οικονομική θέση στην Κωνσταντινούπολη συμπράττουν με τους σταυροφόρους της Δ΄ σταυροφορίας και η Πόλη πέφτει στα χέρια των Λατίνων το 1204. Το Partitio terrarum imperii Romaniae μοιράζει τα εδάφη της αυτοκρατορίας και τα 3/8 περνούν στον έλεγχο των Βενετών. Κυριεύουν τον Χάνδακα της Κρήτης, ιδρύουν το Δουκάτο της Νάξου, καταλαμβάνουν την Κω την Πάτρα και άλλες περιοχές και νησιά. Το εμπόριο της μεσογείου είναι στα χέρια τους.

Η μεγάλη αλλά ασθενέστερη μετά τους μεταξύ τους πολέμους αντίπαλος της Γαληνοτάτης η Γένοβα, με λιγότερα προνόμια και σταθμούς στο Αιγαίο, συμμαχεί με τον Αυτοκράτορα της Νίκαιας Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο για την ανακατάληψη της Πόλης που επιτυγχάνεται το 1261. Με την συμφωνία του Νυμφαίου το ίδιο έτος, επιτυγχάνει πλήρη απαλλαγή φόρων σε όλα τα εμπορικά κέντρα της αυτοκρατορίας και αποκλείει τους αντιπάλους της. Της παραχωρείται η περιοχή του Γαλατά και η εμπορική εξάρτηση της Κων/λης και οι προμήθειές της σε σιτηρά ειδικά μετά το 1275 που της παραχωρείται από τον Χάνο του Καπτσάκ και το λιμάνι Κάφφά (Θεοδοσία) στην Κριμαία, είναι πλήρης. Οι σχέσεις επισφραγίζονται με το γάμο της αδελφής του Μιχαήλ Παλαιολόγου με τον γιο του άρχοντα της Γένοβας Φούλκου Zaccaria de Castro, Βενέδικτου στον οποίο παραχωρείται η Φώκαια της Ιωνίας και οι γύρω απ' αυτήν περιοχές και η εκμετάλλευση της «στυπτηρίας». Η φαμίλια Zaccaria de Castro καταλαμβάνει το 1304 την Χίο φόρου υποτελής στην Κων/λη.

Οι Γενοβέζοι λοιπόν στην Χίο, όπου εγκαθιστούν την έδρα του κρατιδίου τους και σε λίγα χρόνια συνεχίζοντας την πολιτική των Βενετσιάνων ενισχύουν το βυζαντινό κάστρο και διανοίγουν την τάφρο για την άμυνά τους, οργανώνουν σε νέες βάσεις την πρωτογενή και δευτερογενή παραγωγή, εξωραΐζουν την πόλη και το νησί με δημόσια έργα και επισκευάζουν την αγορά ( forum) και το λιμάνι, το οποίο στην διάρκεια των αιώνων με τις προσχώσεις είχε μετατοπισθεί ανατολικότερα, τα επόμενα χρόνια θα καταστεί σπουδαίο διαμετακομιστικό κέντρο του Αιγαίου προς και από την Κωνσταντινούπολη αλλά και Ανατολής και Δύσης.

Η πρώτη γενουατοκρατία διήρκησε από το 1304 μέχρι το 1329 όταν με την συνεργασία του ευγενή Χιώτη Λέοντα Καλόθετου, ο Ανδρόνικος ο Γ΄ ο Παλαιολόγος (1328-1341) συμμετέχοντας προσωπικά σε εκστρατεία κατέλαβε το νησί και έδιωξε την οικογένεια του Zaccaria de Castro. Η βυζαντινή κυριαρχία δεν κράτησε για πολύ αφού πλέον η ίδια έπνεε τα λοίσθια.

Το 1346 η Γένοβα με τον Simone Vignoso, ο οποίος πολιορκούσε για τρεις μήνες την Χίο επικεφαλής ιδιωτικού στόλου κατ' εντολή της Γένοβας, καταλαμβάνει το νησί. Η αδυναμία της Γένοβας να αποζημιώσει τους πλοιοκτήτες την αναγκάζει να παραχωρήσει την εκμετάλλευση του νησιού σε ένα γενουάτικο οικονομικό οργανισμό εφοπλιστών την επονομαζόμενη Μαόνα τα μέλη της οποίας ανήκαν στην οικογένεια των Ιουστινιάνι (Giustiniani).

Η Χίος κατά το διάστημα της κυριαρχίας των Γενουατών (1346-1566) για τους λόγους που προανέφερα αλλά και της οικονομικής οργάνωσης του νησιού από τους Ιουστινιάνη, εξελίχθηκε σε ανθηρό εμπορικό κέντρο. Η πόλη της Χίου με τη μνημειώδη αρχιτεκτονική, ανάλογη με εκείνη της Γένοβας, το επιβλητικό της κάστρο, τα εντυπωσιακά παλάτια και τις μεγαλόπρεπες εκκλησίες της, την οικονομική ευρωστία, προσήλκυσε το ενδιαφέρον μεγάλων και επιφανών οικογενειών της Γένοβας αλλά και της Κων/λης.

Την εποχή τους η καλλιέργεια της μαστίχας συστηματοποιήθηκε και οι κάτοικοι των είκοσι ενός μαστιχοχωρίων ασχολούνταν σχεδόν αποκλειστικά με την καλλιέργειά της. Η παραγωγή, η διακίνηση και η εμπορία της ελέγχονταν με τόσο αυστηρούς κανονισμούς, που και για την παραμικρή παράβαση απειλούνταν το κόψιμο του χεριού, αυτιών, μύτης, θάνατος, φυλακίσεις. Οι διαφορές στην διάλεκτο μεταξύ των χωριών της μαστίχας φανερώνει ότι ακόμα και στην επαφή και την επικοινωνία τους υπήρχαν απαγορεύσεις με σκοπό τον απόλυτο έλεγχο της παραγωγής, η οποία στην εποχή των γενοβέζων διατηρούνταν στα 42.000 περίπου κιλά κατ' έτος και τυχόν πλεόνασμα ή καίγονταν ή φυλάσσονταν για να διατεθεί τον επόμενο χρόνο.

Επειδή αναφορές για καλλιέργεια εσπεριδοειδών στην Χίο δεν εμφανίζονται πριν το 1400, πρώτη γραπτή αναφορά έχουμε το 1403 από τον Ισπανό περιηγητή Ray Conzales de Clavijo, θεωρείται μάλλον βέβαιο ότι η καλλιέργεια των εσπεριδοειδών στην Χίο δηλαδή της πορτοκαλιάς και λεμονιάς, εισήχθη από τους Γενοβέζους και δημιουργήθηκε στην συνέχεια ο πανέμορφος Κάμπος των εσπεριδοειδών της Χίου τα περιβόλια και τα αρχοντικά του οποίου θαύμασαν και θαυμάζουν οι επισκέπτες και περιηγητές του νησιού.

Οι αναφορές για εμπόριο εσπεριδοειδών αυξάνουν στις αρχές του 16ου αιώνα. Ο Henri de Beauvau Γάλλος ακόλουθος στην Κωνσταντινούπολη γύρω στα 1546 εντυπωσιάζεται από την παραγωγή των πορτοκαλιών γράφοντας «..τα πορτοκάλια είναι τόσο πολλά στην Χίο που τα στίβουν και αποθηκεύουν το χυμό τους σε βαρέλια και τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη και σε άλλους τόπους» ο δε Γάλλος πρέσβης επίσης στην Κων/λη D' Aramon επισκέπτης στην Χίο το 1553 γράφει: «..τι να πω για τα περιβόλια, πιστεύω ειλικρινά ότι οι περίφημοι κήποι του αρχαίου κόσμου είναι αδύνατο να συγκριθούν με τους σημερινούς. Άνθρωποι από μακρινές χώρες θεωρούν ευτυχία να δουν μόνο και να θαυμάσουν τα χιώτικα περιβόλια..»

Τυχόν απορία για την συντήρηση των χυμών μας τη λύνει ο Γάλλος φυσιοδίφης και ιατρός Guillaume Antoine Olivier το1794 ο οποίος αφού μας πληροφορεί ότι το εμπόριο των εσπεριδοειδών εισφέρει στο νησί περί τα 2.000.000. γαλλικά φράγκα το έτος, αναφέρει: «..επίσης από τους καρπούς βγάζουν χυμό που τον μετατρέπουν σε σερμπέτια.....κατασκευάζουν επίσης είδος σιροπίου ευγεύστου και περιζητήτου με τον εκθλιβόμενον χυμόν των λεμονιών και των κίτρων τον πυκνώνουν εις το πυρ, αφού προσθέσουν ολίγην ζάχαριν ή μέλι. Εξάγεται εις την Κων/λιν, το Κάϊρον και τη Μαύρη Θάλασσαν. Οι φλοιοί των καρπών τούτων παρασκευάζονται με ζάχαριν ή μέλι και διαδίδονται εις όλην την Ανατολήν...» (πρώτη αναφορά για την κατασκευή και εμπορία των περίφημων χιώτικων γλυκών του κουταλιού).

Για τον τρόπο συσκευασίας για την εξαγωγή τους μας δίνει πληροφορίες ο γιατρός Testevuide το 1877 «..τα λεμόνια και τα πορτοκάλια εξάγονται κυρίως στην Ρωσία σε μικρά κιβώτια κατασκευασμένα από ξύλο Τεργέστης χωρισμένα σε δυο μέρη, όπου τα φρούτα τυλίγονται σε τσιγαρόχαρτα...», αλλά και ο Γ. Μουτσάτσος στο πολύ ωραίο βιβλίο του «Σήματα Εσπεριδοειδών Χίου».

Η απουσία λόγου από τους περιηγητές για την καλλιέργεια μανταρινιών στην Χίο, είναι εκ του γεγονότος ότι οι μανταρινιές δεν ήταν γνωστές εκείνη την εποχή στην Ελλάδα. Τις πρώτες μανταρινιές στην χώρα μας τις έφερε το 1829 ο ρώσος ναύαρχος Χέϋδεν και συγκεκριμένα στον Πόρο όπου τις δώρισε στον Μανώλη Τομπάζη. Στην Χίο τις έφερε ο Γιάννης Χωρέμης το 1850.[4]

Στους Γενοβέζους αποδίδεται και η ανάπτυξη της βυρσοδεψίας, της υφαντουργίας και της μεταξουργίας, η οποία από τον 17ο αιώνα θα ακμάσει τόσο πολύ, που τα μεταξωτά της Χίου, θεωρούνταν καλλίτερης ποιότητας από τα μεταξωτά της Χαλέπας, ακόμα κι από της Δαμασκού.[5] ο Γάλλος περιηγητής Olivier το 1880 που επισκέφθηκε την Χίο, αναφέρει ότι οι απασχολούμενοι έφθαναν τους 10.000 με έσοδα για το τόπο πάνω από 9 εκατομμύρια γαλλικά φράγκα.

Για το λιμάνι την Γενοβέζικη περίοδο, υπάρχουν πολλές αναφορές. Έργα εκτελέστηκαν κατά την πρώτη Γενουάτικη κατοχή από τον Martino Zaccaria (1329), αλλά τα σημαντικότερα την δεύτερη από τον Ποτεστάτο Νικόλα Μπάνκα Ιουστινιάνη το 1440 δίνοντας τη μορφή που είχε λίγο-πολύ μέχρι την κατασκευή του νέου λιμανιού επί τουρκοκρατίας το 1895.

Από τις περιγραφές του Andre Thevet που επισκέφθηκε την Χίο το 1549, από τον Γάλλο φυσιοδίφη Pierre Bellon το 1546 έχουμε τις πληροφορίες ότι κοντά από το τελωνείο υπήρχε ξύλινος προβλήτας πάνω σε πασσάλους για την φορτοεκφόρτωση των εμπορευμάτων και ότι μέσα στο λιμάνι σταθμεύουν μεγάλες λέμβοι αλλά μεγαλύτερα πλοία παραμένουν έξω στην άγκυρα. Το πρόβλημα δημιουργούσαν τα βάθη τα οποία σύμφωνα με άλλες περιγραφές κυμαίνονταν από 5 μέχρι 20 πόδια.

Από τους περιηγητές G. Sandys (1610), τον Βέλγο ακόλουθο Vincent de Stochove (1631), τον Baltasar de Monconys (1648), τον Jean Thevenot (1656), τον John Covel (1667) και άλλους, αρκετοί από τους οποίους άφησαν σχέδια και χάρτες από τα οποία έχουν διασωθεί πολύτιμες γκραβούρες για το λιμάνι, την πόλη και το νησί πολλές από τις οποίες εξέδωσε το 1995 σε δυο πολυτελείς τόμους το ίδρυμα των υιών του Κωστή Μ. ΛΩ, κυρίως όμως από τα τοπογραφικά σχέδια που συνέταξαν το 1694 οι ενετοί που για βραχύ χρονικό διάστημα είχαν καταφέρει να καταλάβουν εκ νέου την Χίο από τους Τούρκους, αλλά και την υποθαλάσσια έρευνα που διεξήγαγε ο μηχανικός για την κατασκευή του νέου λιμανιού Θ. Κορέσιος, έχουμε μια καλή εικόνα για το πώς ήταν το λιμάνι της Χίου την εν λόγω περίοδο.

Κατ' αρχήν το λιμάνι σε σχέση με το αρχαίο ήταν περίπου στην ίδια θέση λίγο πιο νοτινά και αρκετά πιο ανατολικά λόγω των προσχώσεων. Οι λιμενοβραχίονες που είχαν κατασκευάσει οι Βενετσιάνοι και οι Γενοβέζοι κράτησαν μέχρι και τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας για να καταρρεύσουν με την πάροδο του χρόνου και να δημιουργούν προβλήματα στην είσοδο και έξοδο των πλοίων. Στις γκραβούρες βλέπουμε στο νοτινό άκρο του Β. μόλου ένα καστράκι (Μπούρτζι) για την φύλαξη του λιμανιού και στο βορεινό του Νότιου μόλου μια κατασκευή που το ονόμαζαν διαμάντι όπως αναφέρονταν από περιηγητές λόγω του σχήματος, στην κορυφή του οποίου αναφέρεται ότι άναβε φανός για την βοήθεια των πλοίων και στο ίδιο σημείο αναφέρεται η ύπαρξη ναού αφιερωμένο στον άγιο Νικόλαο. Επίσης στην αρχή του Ν. μόλου εκεί που σήμερα είναι το ξενοδοχείο ΧΑΝΔΡΗΣ υπήρχε και άλλο καστράκι. Τα καστράκια αυτά εμφανίζονται μετά τον 17ο αιώνα και συνάγεται ότι κατασκευάστηκαν κατά την τουρκοκρατία. Σε άλλες γκραβούρες βλέπουμε το βορεινό μόνο τμήμα του Ν. μόλου που οφείλεται σύμφωνα και με τις αναφορές των περιηγητών στην κατάρρευσή του. Με αυτή την εικόνα και το διαμάντι να είναι γκρεμισμένο έφθασε το λιμάνι στο τέλος του 19ο αιώνα που άρχισαν οι εργασίες του νέου.

Πριν πάμε όμως στην κατασκευή του νέου λιμανιού, θα αναφερθώ επιγραμματικά στην περίοδο της Γενουάτικης κατοχής του νησιού και το πέρασμά του στους Τούρκους το 1566.

Κυρίες και κύριοι,

Είναι αναμφισβήτητο γεγονός ότι η Βενετσιάνικη, κυρίως όμως η Γενοβέζικη κυριαρχία στην Χίο, ανέδειξε τα δυνατά χαρακτηριστικά του τόπου τα καλλιέργησε με τον καλύτερο τρόπο πάντα επ' ωφελεία της, οργάνωσε την οικονομική ζωή και την διοίκηση της Χίου, έδωσε την ευκαιρία στην αριστοκρατία των ντόπιων να έρθει ξανά σε επαφή με την αναγεννησιακή Δύση, την ανέπτυξε βιομηχανικά, έδωσε νέα ώθηση στις ναυτιλιακές δραστηριότητες και κατέστησε την Χίο διαμετακομιστικό κέντρο ανατολής και δύσης, με δυο λόγια ένα νησί με πολλές αρετές σε ύπνωση, τραβήχτηκε από τον αδρανή όγκο της καταρρέουσας αυτοκρατορίας για να βρει το δρόμο που του άξιζε.

Για την εκδίωξη των Γενουατών από την Χίο το 1566, πέραν του γεγονότος ότι η οθωμανική κυριαρχία εξαπλώνονταν ραγδαία στα νησιά του υπόλοιπου Αιγαίου εκδιώκοντας τους Ενετούς, συνέβαλαν κυρίως τρεις παράγοντες. Ο πρώτος ήταν ότι ενσυνείδητα οι Γενουάτες δεν επέτρεψαν ποτέ το σμίξιμο με τον ντόπιο πληθυσμό ούτε καν με τις αριστοκρατικές οικογένειες ταυτόχρονα δε επέβαλαν αυστηρά φεουδαρχικό καθεστώς στην εκμετάλλευση της γης. Ο δεύτερος ήταν η επιλογή τους στο μοντέλο διοίκησης όπου ούτε για τα πιο ασήμαντα διοικητικά θέματα δεν επέτρεπαν την συμμετοχή του ντόπιου στοιχείου, όταν σ' όλες τις περιόδους κατοχής, περσών, ρωμαίων κλπ οι Χιώτες επεδίωκαν και απολάμβαναν μικρό ή μεγάλο βαθμό αυτοδιοίκησης. Το τρίτο και σημαντικότερο ήταν το γεγονός ότι ήρθαν σε καθολική ρήξη με τον ορθόδοξο κλήρο και το θρησκευτικό συναίσθημα των χριστιανών ορθοδόξων.

Η συμπεριφορά τους ήταν εξευτελιστική, απόλυτα μειωτική απέναντι στην εκκλησιαστική ηγεσία του ντόπιου πληθυσμού. Ακόμα και την εκλογή του ορθόδοξου επίσκοπου επέβαλαν δίνοντας στον Πατριάρχη το δικαίωμα να επιλέξει μεταξύ τριών υποψηφίων που του πρότειναν. Αυτό το μοντέλο διοίκησης ήταν επιτυχημένη συνταγή δημιουργίας αβυσσαλέου μίσους. Η κατάληψη του νησιού από τους Τούρκους το 1566 δεν θα ήταν υπερβολή να ειπωθεί ότι θεωρήθηκε ως απελευθέρωση και δικαιώθηκε για τους Χιώτες η ρήση του Μιχαήλ Δούκα «καλύτερο το τουρμπάνι από τον πίλο του καρδινάλιου».

Στην νέα κατάσταση πραγμάτων, πρώτη φροντίδα των Χιωτών ήταν η εξασφάλιση της αυτονομίας τους. Κατ' εξοχή φιλήσυχος, εργατικός, λιγότερο ματαιόδοξος από τους άλλους έλληνες, υπολογιστής, γεννημένος να πουλά και ν' αγοράζει, εκμεταλλεύτηκε την ροπή του κατακτητή του στην διαφθορά και την αδυναμία του στο χρήμα. Οι ελευθερίες, η δικαιοσύνη, τα μονοπώλια, τα προνόμια η ατιμωρησία ήταν όλα για πούλημα και οι Χιώτες ήξεραν να τα αγοράζουν όλα.

Με τον «Ακτιμανέ» το 1567 του Σελίμ Γ΄ τον οποίο επικύρωσε και ο Μουράτ ο Γ΄ το 1578 επέτυχαν ένα καθεστώς αυτοδιοίκησης μοναδικό για τον υπόδουλο Ελληνισμό που τους εξασφάλιζε την άνεση να ασχολούνται για την πρόοδό τους και την ευημερία τους. Ανέπτυξαν σύστημα κοινωνικής φροντίδας, δικαιοσύνης και εκπαίδευσης μοναδικό για την εποχή. Συνάρτηση με το γεγονός ότι συμπατριώτες τους αναρριχήθηκαν στα υψηλότερα αξιώματα της υψηλής πύλης. Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος ο εξ απορρήτων μέγας δραγουμάνος, Χιώτες φαναριώτες εναλλάσσονταν στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, Χιώτες τραπεζίτες δάνειζαν την αυτοκρατορία. Σκαραμαγκάδες, Σεβαστόπουλοι, Δρομοκαΐτηδες, Σκιλήτσηδες, Ροδοκανάκηδες, Φραγκιάδηδες, Βλαστοί, Σεβαστόπουλοι, Κοντόσταυλοι κ.α. ήταν οικογένειες με μεγάλη επιρροή στην Κωνσταντινούπολη οι οποίοι ακόμα και για την επιλογή του διοικητή του νησιού είχαν λόγο.

Η Χίος κατά την Τουρκοκρατία συνέχισε μέχρι και τα μισά περίπου του 18ου να παραμένει σημαντικό διαμετακομιστικό κέντρο ανατολής-δύσης και να ακμάζει οικονομικά. Η απομάκρυνση των Ιταλών από το αιγαίο και σταδιακά η απώλεια των εμπορικών τους σταθμών από την Μεσόγειο, η ανακάλυψη νέων θαλάσσιων δρόμων και νέων χωρών, άλλαξαν τους συσχετισμούς των εμπορικών δυνάμεων. Οι νέες συνθήκες έδωσαν την ευκαιρία για την οικονομική ανάπτυξη της γειτονικής Σμύρνης με τις τεράστιες δυνατότητες παραγωγής των γύρω περιοχών της και της θέσης της για την ασιατική ενδοχώρα και την άπω ανατολή. Τα προξενεία των ευρωπαϊκών χωρών από το 1650 άρχισαν σταδιακά να εγκαταλείπουν την Χίο και να εγκαθίστανται στην Σμύρνη. Η Χίος έχανε πεδίο έναντι της Σμύρνης. Η απάντηση όμως των Χιωτών ήταν η μετανάστευσή τους στην Σμύρνη. Έχοντας την τεχνογνωσία στις συναλλαγές τους με τις ευρωπαϊκές χώρες, την Κων/λη κλπ., σε λίγα χρόνια κυρίως μετά τους Γαλλοβρετανικούς και Ναπολεόντειους πολέμους που περιόρισαν τις δραστηριότητες των Γάλλων και Βρετανών και της Levant Company, συσσώρευσαν τεράστια κεφάλαια ώστε εκτός της εμπορίας των υφασμάτων κλπ. να επιβληθούν και στην εμπορία χρήματος και στις τραπεζικές και συναλλαγματικές συναλλαγές της αυτοκρατορίας με τα δυτικά κράτη.

Στο τρίτο τέταρτο του 18ου αιώνα το χιώτικο εμπορικό δίκτυο είχε εξαπλωθεί σε όλη την Ευρώπη και την Μαύρη θάλασσα. Το εμπόριο των σιτηρών των παραδουνάβιων χωρών με την δύση ήταν κυριολεκτικά στα χέρια των Ροδοκανάκηδων, Ράλληδων, Πετροκόκκινων κλπ.

Στην ιδιαίτερη πατρίδα το Απρίλιο του 1822 ήρθε η καταστροφή που συγκλόνισε τον πολιτισμένο κόσμο. Από τους 117.000 Χριστιανούς που ήταν ο τότε πληθυσμός της Χίου, έμειναν περίπου 1800 -2000 άνθρωποι, 21.000 ήταν οι φυγάδες, 50.000 και πλέον στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα. Πάνω από 60.000 οι σφαγμένοι. Η ερημιά και η δυστυχία βασίλεψε για δέκα χρόνια. Η επιστροφή των Χιωτών άρχισε από το 1832 όταν αντιλήφθηκαν οι τούρκοι ότι χωρίς τον γηγενή πληθυσμό του, ότι είχε απομείνει στον τόπο και κυρίως η παραγωγή της μαστίχας που είχε μηδενισθεί, δεν επρόκειτο να ζωντανέψει. Η αποκατάσταση άργησε, τα χέρια λίγα, οι κατεστραμμένες φυτείες των σκίνων πήραν δεκαετίες να αναστηθούν και να αποδώσουν. Η ετήσια παραγωγή μόλις στις αρχές του προηγούμενου αιώνα σταθεροποιήθηκε στα 200.000 κιλά περίπου.

Οι Χιώτες με το χαρακτήρα τους και την προίκα του ευλογημένου τόπου τους, αναγεννήθηκαν από τις στάχτες. Η επικοινωνία τους και οι συναλλαγές με τους συμπατριώτες τους και ιδρυτές της Ερμούπολης της Σύρου, του μεγαλύτερου ναυτιλιακού και εμπορικού κέντρου της ελεύθερης Ελλάδας και αργότερα με τον Πειραιά όπου οι Χιώτες από το 1837 υπήρξαν ουσιαστικά οι πρώτοι επιχειρηματίες και οικιστές, αλλά και με τις σχέσεις που αναπτύσσουν με τα άλλα χιώτικα κέντρα της Ευρώπης, την Κων/λη, την Οδησσό, την Γένοβα, την Τεργέστη, την Σμύρνη κλπ. επαναφέρουν την οικονομία τους σε ικανοποιητικό επίπεδο.

Η οικονομική δραστηριότητα ενός νησιού εξαρτάται από το λιμάνι. Η κατάσταση όμως τότε του λιμανιού της Χίου όχι μόνο δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες, αλλά απειλούσε και την υγεία των κατοίκων. Στις 10 Δεκεμβρίου 1875 αποστέλλεται αναφορά στον Μεγάλο Βεζύρη από τις κοινοτικές αρχές του νησιού λέγοντας: «....δια τον λιμένα της Χίου, όστις εκ διαφόρων αιτιών παραμεληθείς και βαθμηδόν προσχωνόμενος, κατέστη ήδη, ου μόνον απρόσιτος εις τε τα ατμόπλοια και φορτωμένα πλοία, αλλά και η υγεία των πιστών υπηκόων της Α.Μ. του Σουλτάνου επαπειλείται εκ των από τούδε αναπτυσσομένων επιδημικών νοσημάτων, ως εκ των εν αυτώ επισωρευθησών και επισωρευμένων ακαθαρσιών..»[6] Την κατάσταση ήρθε να αποτελειώσει ο μεγάλος σεισμός του 1881 με 3612 νεκρούς και ισοπεδωμένη την κεντρική και ΝΑ Χίο.

Σ' αυτό το σημείο είναι χρήσιμο να αναφέρω ότι η τοπική χιώτικη ναυτιλία ειδικά μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο (1854) είχε αρχίσει να αναπτύσσεται σημαντικά και αριθμούσε σύμφωνα με την αναφορά του έλληνα πρόξενου Σπύρου Λογιωτατίδη 400 πλοία εκ των οποίων τα 100 περίπου ποντοπόρα μπρίκια με πληρώματα κοντά στους 3.500 ναυτικούς. Την πρωτοκαθεδρία τότε είχε ο Βροντάδος, τα Καρδάμυλα, η Λαγκάδα και μετά η Βολισσός, αναφορά για Αιγνούσσα δεν γίνεται. Την δυναμική ανάπτυξη της χιώτικης ναυτιλίας από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, επιβεβαιώνουν και οι παραναυτιλιακές δραστηριότητες στο νησί, όπως η λειτουργία (1845) της κινδυνασφαλιστικής εταιρίας «Χιακή Θαλασοπλοϊα», η Ναυτική Τράπεζα «Αρχάγγελος» (1863), η λειτουργία εμποροναυτοδικείου στα πλαίσια των καθηκόντων της δημογεροντίας (Δεπουτάτοι), οι ασφαλιστικές εταιρίες «Δύο Αδελφαί» (1870;), «Ομόνοια», «Πήγασος», «Οινούσσαι» και «Χίος» (1890).

Οι προσπάθειες για την επίλυση του λιμενικού θέματος είχαν αρχίσει από το 1862 με πρωτοβουλίες των εμπόρων και της Δημαρχίας και συνεχίστηκαν πιο έντονα μετά το σεισμό. Η πιο ολοκληρωμένη πρόταση υποβλήθηκε επί Δημαρχίας Ι. Λ. Καλβοκορέση το 1885 η οποία αν και φάνηκε αρχικά ότι θα τύχη εγκρίσεως τελικά δεν προχώρησε.

Το εγκριτικό Φιρμάνι θα εκδοθεί τον Μάιο του 1895 που εκχωρεί το προνόμιο της κατασκευής και εκμετάλλευσης του λιμανιού της Χίου στην εταιρία «Ανώνυμος εταιρεία λιμένος και προκυμαιών Χίου» με ιδρυτές τον Νικόλαο Παντελίδη Χιώτη επιχειρηματία και τον Κωνσταντίνο Ηλιάσκο έναν από τους ιδρυτές της Τράπεζας Αθηνών με Ιταλική Υπηκοότητα εγκατεστημένο στην Κων /λη. Βέβαια για την έγκριση παρενέβησαν όλοι οι μεγαλοσχήμονες Χιώτες στην Πόλη. Η διάρκεια εκμετάλλευσης, σύμφωνα με το διάταγμα ήταν για 55 χρόνια από την υπογραφή του. Η έναρξη έπρεπε να αρχίσει εντός εννιαμήνου και η παράδοση μετά από τέσσερα χρόνια από την έναρξη των εργασιών.

Αρχιμηχανικός Επικεφαλής του έργου ορίστηκε ο Θεόδωρος Κορέσιος ο οποίος στηρίχθηκε στις προηγούμενες μελέτες των μηχανικών Ed. Burreau και Αντ. Μάτσα της πρωτοβουλίας Καλβοκορέση (1885). Ο θεμέλιος λίθος τοποθετήθηκε την 20η Ιανουαρίου του 1896 και από τον Αύγουστο του 1897 άρχισε η σταδιακή εκμετάλλευσής του. Είναι περιττό να αναφέρω τι πόλεμος ξεσηκώθηκε από τους θιγόμενους της εποχής, λεμβούχους, μαουνιέρηδες, πράκτορες κλπ. και τι προσπάθειες κατέβαλαν για να ματαιωθεί η εκτέλεση του έργου.

Ως πρώτη ύλη για τις προκυμαίες χρησιμοποίησαν την χιώτικη κόκκινη πολύ σκληρή πέτρα τον ασβεστολιθικό αμμωνίτη από τις περιοχές του Κορακάρη και του Λατομιού. Ογκόλιθους δε από τον Άγιο Κωνσταντίνο που τους μετέφεραν με βαγονάκια σε σιδηρογραμμές μέχρι την παραλία και στη συνέχεια με μαούνες όπου χρειάζονταν για την κατασκευή των μόλων. Εκεί που ήταν ο φάρος της πορπορέλας δηλ. το Ν. άκρο του Β. παλαιού λιμενοβραχίονα εκεί που βρίσκεται το γνωστό για όσους είναι Χιώτες Μπούρτζι, επειδή υπήρχε μεγάλος όγκος βράχου ασύμφορο να καταστραφεί, χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την κατασκευή του υγειονομείου και του Λιμεναρχείου. Το έργο κόστισε 4.800.000 γαλλικά φράγκα. Η κατασκευή του λιμανιού της Χίου δικαίως χαρακτηρίστηκε κολοσσιαίο για την εποχή του. Ο εν λόγω λιμένας αφού ευτύχησε 15 περίπου χρόνια μετά την κατασκευή του να υποδεχτεί τους Έλληνες απελευθερωτές του, παραδόθηκε στο ελληνικό δημόσιο, δηλαδή το λιμενικό ταμείο Χίου, το 1950[7] με πρώτο πρόεδρο τον τότε Διευθυντή της Εθνικής τράπεζας Χίου, Αντώνη Βινάκη.

Λιμάνι και πόλη, πόλη και λιμάνι της Χίου είναι πράγματα που το ένα δεν θα υπήρχε χωρίς το άλλο, είναι μια σχέση χιλιετιών που τα κρατά σφιχταγκαλιασμένα, προκαλεί όμως πια ασφυξία. Η εποχή των καϊκιών να ξεφορτώνουν στην ωραία προκυμαία του λιμανιού λίγους τόνους προϊόντα με τους αραμπάδες να τα μεταφέρουν στις αποθήκες ή αργότερα των motor ships που με τις μπίγες τους ξεφόρτωναν ζωντανά τα ζώα για τις ανάγκες του τόπου, ή των επιβατηγών πλοίων του ΄60 παρήλθαν. Το πρώτο sock ήρθε το 1974 με την άφιξη του βασιλοβάπορου Ε/Γ-Ο/Γ Σαπφώ. Γέμιζε η προκυμαία Ι.Χ. επιβατηγά αυτοκίνητα και νταλίκες. Η κοσμοπλημμύρα της προκυμαίας στους ρομαντικούς απογευματινούς ανοιξιάτικους και καλοκαιρινούς περιπάτους της Χίου, αποτελούν δυστυχώς παρελθόν, την θέση τους έχει καταλάβει ένα ασήκωτο φορτίο οχημάτων, η προκυμαία έχει μεταβληθεί σε κεντρική αρτηρία της πόλης.

Ελπίζουμε τα επόμενα χρόνια κάποιες άλλες λιμενικές υποδομές να το ξεκουράσουν και να το αποδώσουν για άλλους σκοπούς πιο χαλαρούς.

Βιβλιογραφία

Περρής Νίκος: «Το λιμάνι της Χίου», Χίος 1971

Ζαχαρού-Λουτράρη Αθηνά: «Χίος πόλιν έχειν ευλίμενον», Χίος 1997

ΛΙΑΝΟΣ Νίκος: «Το λιμάνι της Χίου δια μέσου των περιηγητών», Αθήνα 1991

Σαρικάκης Χ. Θεόδωρος: «Η Χίος στην αρχαιότητα», Αθήνα 1998

Φραγκάκη Syrett Έλενα: «Οι Χιώτες έμποροι στις διεθνείς συναλλαγές», Αθήνα 1995

Fustel De Coulances: «Η Νήσος Χίος», Αθήνα 1977

Μελαχροινούδη Δημήτρη: «Ειδήσεις περί των Υγειονομικών της Χίου», Χίος 2007

Μονιούδη-Γαβαλά Δώρα: «Το κάστρο της Χίου» Χίος 2001

Μονιούδη-Γαβαλά Δώρα: «Πόλη Χίου (1830-1940)», Αθήνα 2004

Ζολώτας Γεώργιος: «Η ιστορία της νήσου Χίου», Αθήνα 1923

Κούτσικας Κώστας & Δέσποινα. «Τα χαρακτικά της Χίου» Αθήνα 1995

Perilla Francois: «Χίος το ευτυχισμένο Νησί», Χίος 2009

Μουτσάτσος Γεώργιος: «Σήματα εσπεριδοειδών Χίου», εκδόσεις ΠΕΛΙΝΝΑΙΟ, Χίος 2005

Λιανός Νικόλαος: «Το λιμάνι της Χίου δια μέσου των περιηγητών», Χίος 1992

Μίτσης Νικόλαος: «Χίος, το λιμάνι της πόλης και άλλα αγκυροβόλια του νομού», Χίος 2008

Παχνός Αλέξανδρος: «Ο λιμήν της Χίου και η εταιρεία λιμένος και προκυμαιών Χίου», Αιγαίον Β 1936

Δαμαλάς Αντώνης: «Ο οικονομικός βίος της Νήσου Χίου από έτη 992 μέχρι 1566 μ.χ.» Αθήνα 199

[1] Θουκυδίδης VII, 57
[2] Μαρτυρία Γ. Κωδινού «περί αγαλμάτων, στηλών και θεαμάτων» σ.53. Την κατασκευή τους ο Α. Μουστοξύδης «οι τέσσαρες εν Ενετία ελληνικοί ίπποι», Κέρκυρα 1867, την τοποθετεί μεταξύ 476-324 π.χ.

[3] Θ. Χ. Σαρικάκης, «Η Χίος στην αρχαιότητα», ΕΡΙΦΥΛΗ 1998, σ.236

[4] Γ. Μουτσάτσος: Σήματα Εσπεριδοειδών Χίου, Χίος Πελινναίο 2005, σ.14

[5] Έλενα Φραγκάκη-Syrett: Οι χιώτες έμποροι στις διεθνείς συναλλαγές 1750-1850, Αθήνα 1995, σ. 19.

[6] Νίκος Μίτσης: «Χίος τολιμάνι της πόλης και τα άλλα αγκυροβόλια του Νομού», σ. 43, Χίος εκδόσεις ΑΠ.

[7] Ν. 1441/1950 ΦΕΚ 154/17-6-1950

Εκτύπωση

ΔΕΝ ΕΙΜΑΣΤΕ ΟΙ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ, ΓΙΝΑΜΕ ΧΕΙΡΟΤΕΡΟΙ ΩΣ ΚΡΑΤΟΣ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Διάβασα με προσοχή την παρέμβαση στον τοπικό τύπο του αγαπητού πρώην Δημάρχου κ. Αριστείδη Ζαννίκου. Οι καλές σκέψεις του μού δίνουν αφορμή για κάποιες παρατηρήσεις και ιδιαίτερα να σχολιάσω την αναφορά του ότι δεν είναι το καλύτερο με γενικεύσεις, που ισοδυναμούν με αυτομαστίγωση, να ακυρώνουμε ό,τι πέτυχε ο ελληνικός λαός μέσα από τόσες αντιξοότητες στο διάστημα των τελευταίων δεκαετιών. Συμφωνώ απόλυτα μαζί του, ο ελληνικός λαός πράγματι υπέφερε πολλά δεινά και κατάφερε με σκληρή δουλειά και με την πίκρα του ξενιτεμού, είτε του μετανάστη είτε του ναυτικού, να βελτιώσει την θέση του.
Να παραδεχθούμε, όμως, τις αντιφατικότητες της κοινωνικής συμπεριφοράς μας, όπως για παράδειγμα ότι, ως λαός επιτρέψαμε τις τελευταίες δεκαετίες να προβάλλεται και να επιδιώκεται από τους εντεταλμένους μας το ατομικό συμφέρον έναντι του συνολικού και όπως αναφέρει ο αγαπητός π. Δήμαρχος, «κατακλέβοντας το δημόσιο μέσω προμηθειών (μιζών), υπερτιμολογήσεων και φακελακιών». Μ' αυτά και με άλλα, λοιπόν, η Ελλάδα σήμερα είναι στο έλεος μεσαίων γραφειοκρατών του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος και «απειλείται» (ο μη γένοιτο) με μια ακόμα εθνική συμφορά.
Έχω, όμως, και κάποια ερωτηματικά κατά πόσο, όπως αναφέρει ο κ. Ζαννίκος, η χώρα μας εντάσσεται στις τριάντα πιο ανεπτυγμένες χώρες του κόσμου, λ.χ.:
Ποια ανεπτυγμένη χώρα του κόσμου και ειδικότερα της Ευρώπης επιτρέπει να κυκλοφορούν ατιμώρητοι πολιτικοί ή παραπολιτικοί, όταν οι ίδιοι έχουν δηλώσει ότι έχουν καταχραστεί δημόσιο χρήμα;
Σε ποια πολιτισμένη χώρα υφίσταται σύστημα δικαίου που παρέχει, με συντεχνιακό τρόπο χειρίστου είδους, ασυλία σε βουλευτές για αδικήματα του κοινού ποινικού δικαίου;
Σε ποια προηγμένη χώρα μπορεί να παραμείνει και να κατέχει υψηλότατη κυβερνητική θέση πολιτικός ο οποίος εξέθεσε παγκόσμια το κύρος της χώρα του, «παραδίδοντας» ηγέτη απελευθερωτικού κινήματος;
Σε ποια τέτοια χώρα επιβραβεύεται εκλογικά πρωθυπουργός ο οποίος, με λάθη ή παραλείψεις του κομμάτια της επικράτειάς του χαρακτηρίζονται γκρίζες ζώνες;
Σε ποια χώρα πληρώνουν φόρους και κοινωνικές εισφορές μόνο οι μη έχοντες και απαλλάσσονται οι έχοντες και αυτοί που επηρεάζουν την πολιτική σκηνή (βλ. ΜΜΕ);
Σε ποια χώρα διορίζονται επικεφαλής εταιριών δημοσίου, συνήθως, αποτυχόντες πολιτικοί και παραμένουν στην θέση τους ακόμα και αν δεν ικανοποιούν κανένα στόχο, ούτε παρουσιάζουν ένα ισοσκελισμένο προϋπολογισμό;
Ποια χώρα «παίζει» συνέχεια με την εκπαίδευση των νέων και πειραματίζεται με την διδασκαλία της ιστορίας της;
Ποια χώρα επιτρέπει πελατειακές δίμηνες συμβάσεις, όταν η ανεργία των νέων αγγίζει διψήφια νούμερα;
Σε ποια χώρα κυκλοφορεί ακόμα ελεύθερος και χωρίς περιοριστικούς όρους πρώην Υπουργός εις βάρος του οποίου υφίστανται ισχυρές ενδείξεις για δωροληψία δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ;
Ποια χώρα που εντάσσει τον εαυτό της στις χώρες υψηλής διαφάνειας «σφυρίζει» αδιάφορα σε δικαστικές αποφάσεις ότι εταιρίες που συναλλάσσονταν με το δημόσιο έδιναν μίζες σε πολιτικούς και παράγοντες για να παίρνουν δουλειές;
Σε ποια χώρα πολιτισμένη και ανεπτυγμένη δεν τιμωρούνται οι καταπατητές δασών και δημόσιας γης (βλ. Πάρνηθα-Παρνασσό κλπ.);
Ποια ανεπτυγμένη χώρα δεν είναι σε θέση να λειτουργήσει περιβαλλοντικά αποδεκτά, έστω και μια περιοχή για την διαχείριση των απορριμμάτων αν και επιβαρύνεται κάθε ημέρα με υπέρογκα πρόστιμα;
Ποια προηγμένη χώρα με τέτοια ηλιοφάνεια και αιολικό δυναμικό αγοράζει δικαιώματα καυσαερίων ρύπων για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας;
Ο κατάλογος τέτοιων συμπεριφορών και περιπτώσεων που πληγώνουν βαθιά το φιλότιμο των σκεπτόμενων Ελλήνων είναι, δυστυχώς, ατελείωτος. Αυτές τις συμπεριφορές και αυτή τη στάση της «πολιτείας» καθημερινά αηδιασμένοι στηλιτεύουν και αδύναμοι (προς το παρόν) οι πολίτες, αυτό ονομάζουμε «αυτομαστίγωση» ή κριτική συνειδητοποίησης;
Κάποια στιγμή η δικιά μας γενεσιουργός του προβλήματος γενιά να αναλάβει τις ευθύνες της προκειμένου να ελαφρώσουμε τις επόμενες που δεν έχουν φταίξει σε τίποτε. Αισιοδοξία, ενδεχομένως, απαιτείται, δεν είναι όμως, λύση να αναζητούμε συνεχώς στηρίγματα από το «ιστορικό» παρελθόν. Το παρόν αναζητά επιτακτικά κάθαρση, είναι η μόνη προϋπόθεση που θα ενδυναμώσει το «φρόνημα» των νέων για μια χώρα δικαίου και θα κρατήσει ζωηρή τη μνήμη των μεγαλυτέρων. Η ατιμωρησία και η αδικία είναι που προκαλεί ανεξέλεγκτη αγανάκτηση και εθνική ντροπή!

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης
Δημοτικός Σύμβουλος

Εκτύπωση

ΘΑΜΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ ΑΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΤΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ = ΑΤΥΧΟΣ ΤΟΠΟΣ ;

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Στο προχθεσινό φύλλο της ΑΛΗΘΕΙΑΣ αναδεικνύετε, με το κύριο πρωτοσέλιδο άρθρο σας με τίτλο «ΘΑΜΜΕΝΟΙ ΘΗΣΑΥΡΟΙ», τον πολιτιστικό πλούτο που φιλοξενεί η μοναδική σε «σοφία» Δημόσια Κεντρική και Ιστορική Βιβλιοθήκη Χίου «Κοραής». Δημοσιεύματα, όπως αυτό της εφημερίδας ΕΘΝΟΣ που φιλοξενήσατε, μας επαναφέρουν στην πραγματικότητα από τον μιθριδατισμό μας. Ξαφνικά ανοίγουν τα μάτια μας και αντιλαμβανόμαστε καταστάσεις που βρίσκονται μπροστά μας και δεν τις έχουμε παρατηρήσει. Δεν πράττουμε ούτε κι αυτά τα στοιχειώδη για να αποδείξουμε την ανθρώπινη λόγο-λογική.
Όσοι επισκέπτονται τη βιβλιοθήκη της Χίου και απολαμβάνουν τους θησαυρούς της αντιλαμβάνονται εύκολα τις αδυναμίες που υφίστανται και τους κινδύνους που ελλοχεύουν χρόνια τώρα για το περιεχόμενό της. Το δημοσίευμα του ΕΘΝΟΥΣ είναι κατατοπιστικό.
Το Υπουργείο Παιδείας, που εποπτεύει την βιβλιοθήκη και έχει ευθύνη για την καλή λειτουργία της, αδυνατεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της. Εμείς, όμως, ως κληρονόμοι μιας από τις αρχαιότερες και πιο ιστορικές βιβλιοθήκες του έθνους, κάτι οφείλουμε να κάνουμε. Το μεγαλύτερο σήμερα πρόβλημά της είναι οι χώροι και οι πόροι για την έκθεση και φύλαξη κατά πώς πρέπει του περιεχομένου της, το οποίο όπως φαίνεται αφενός κινδυνεύει, αφετέρου παραμένει αναξιοποίητο.
Με την παρέμβασή μου θέλω να καταθέσω την πρόταση που ακολουθεί με σκοπό, ενδεχομένως, την μερική θεραπεία του προβλήματος, αλλά και να καταδείξω την αδράνεια και την ανικανότητα των υπευθύνων του τόπου στο να αξιοποιήσουν παραγωγικά την περιουσία της Χίου, τους «ανεκμετάλλευτους θησαυρούς» της.
Η σημερινή δημοτική διοίκηση του Δήμου, παραλαμβάνει ως προίκα από την προηγούμενη δημοτική αρχή μια ολοκληρωμένη πρόταση με ώριμα για προκήρυξη έργα που εντάσσονται στο ολοκληρωμένο Πρόγραμμα Αστικής Ανάπτυξης που έχει υποβληθεί από το Δήμο και έχει εγκριθεί από την Περιφέρεια πριν λίγους μήνες συνολικού ύψους 7,5 εκατομμυρίων περίπου ευρώ. Σ' αυτή την πρόταση εμπεριέχεται και η επισκευή του νεοκλασικού της Απλωταριάς (γωνία με την οδό Γ. Χωρέμη) ιδιοκτησίας του Δήμου για την μετατροπή του σε πολιτιστική υποδομή, προϋπολογισμού 600.000 ευρώ.
Το συγκεκριμένο έργο, απ' όσο γνωρίζω καλύπτει τις προϋποθέσεις να προκηρυχθεί άμεσα. Ο λόγος που δεν προκηρύσσεται, όπως και τόσα άλλα έργα του προγράμματος, πρέπει να αναζητηθεί στις προτεραιότητες και την αποτελεσματικότητα της νέας δημοτικής αρχής. Πιστεύω ότι, με την ανακαίνισή του, το συγκεκριμένο κτίριο μπορεί να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της βιβλιοθήκης και να καταστεί λειτουργικό και πολύτιμο εργαλείο, λόγω της θέσης του, του μεγέθους του κλπ., για την πολιτιστική ζωή του τόπου.
Προτάσεις και λύσεις σε ένα τόπο όπως η Χίος υπάρχουν, ιεράρχηση των προτεραιοτήτων και των στόχων μας είναι ανάγκη να υπάρξει. Το θέμα η παράταξή μας θα το αναδείξει στο Δημοτικό Συμβούλιο.

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης
Δημοτικός Σύμβουλος Δήμου Χίου