Εκτύπωση

ΝΑ ΣΕ ΚΑΨΩ ΓΙΑΝΝΗ ΝΑ Σ’ ΑΛΕΙΨΩ ΛΑΔΙ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Τι άλλο να πει κανείς με το θέατρο που παίζεται αυτές τις ημέρες από κυβερνητικούς παράγοντες και από την Νομαρχία; Πράγματι ο Θεός έριξε νερά μπόλικα, το ότι και αυτά πήγαν στο βρόντο είναι άλλη κουβέντα που θα γίνει κάποια στιγμή. Φάνηκε όμως με τον πιο ζωηρό τρόπο η υπονόμευση τόσα χρόνια του τόπου, καταδείχθηκε η απίστευτη αναλγησία και η απουσία έστω και ελάχιστου ίχνους πατριωτισμού από κάποιους που διαχειρίσθηκαν, διαχειρίζονται και έχουν το θράσος να διεκδικούν ακόμα την ευθύνη για την πορεία της Χίου. Αποδείχθηκε περίτρανα ότι κανένα έργο υποδομής και πρόληψης δεν πάρθηκε για την αποφυγή τέτοιων καταστροφών, παρόλο που τέτοια φαινόμενα, σε μικρότερο αλλά πάντως καταστροφικό επίπεδο, έχουμε βιώσει δυστυχώς ξανά στο εγγύς παρελθόν.
Λένε οι παρατρεχάμενοι και συνυπεύθυνοι, «έπεσε τέτοια βροχή σε τόσο λίγο χρόνο, τι θα μπορούσε να γίνει, ακραίο φαινόμενο ήταν». Σοβαρά;!! Τότε αγαπητοί φίλοι κάθε ημέρα οι ωκεανοί και οι αιθέρες θα βούλιαζαν και θα γκρέμιζαν πλοία και αεροπλάνα. Όμως, ευτυχώς δεν γίνεται, διότι υπάρχουν κανόνες, επαγγελματισμός, λαμβάνονται μέτρα, υπάρχει πρόληψη, υπευθυνότητα και προγραμματισμός, αλλά κυρίως επαγρύπνηση.
Οφείλει, λοιπόν, να δημοσιεύσει άμεσα η Νομαρχία, μετά την εξαγγελία και την προειδοποίηση από την ΕΜΥ και τη Γ.Γ. Πολιτικής Προστασίας για την εκδήλωση ακραίων καιρικών φαινομένων στην περιοχή μας, τι μέτρα πήρε, πότε και με ποιους τα αποφάσισε, ποιοι συμμετείχαν και σε ποια σύσκεψη και να δημοσιεύσει τα πρακτικά με τις οδηγίες στις αρμόδιες υπηρεσίες και τα συνιστώμενα μέτρα στους πολίτες. Πιστεύει κανείς ότι ο κ. Νομάρχης ασχολήθηκε σοβαρά με το σοβαρό αυτό θέμα; Περιμένουμε τις ανακοινώσεις και ελπίζω να μην ξενυχτίσει τους ανθρώπους να γράφουν (εκ των υστέρων) πρακτικά.
Είναι μέχρι τώρα γνωστό, ότι έχουν καταστραφεί περιουσίες συμπολιτών μας και ότι το φράγμα της Ψαρόπετρας το πήρε το «ρέμα». Αν οι αρμόδιες υπηρεσίες δημοσίευαν συνολικά τις ζημιές από την πρόσφατη καταστροφή, είμαι βέβαιος ότι θα προέκυπτε αβασάνιστα το συμπέρασμα ότι παλαιότερες και σημερινές αυτοδιοικητικές ηγεσίες που πασαλείβουν τώρα μέλι τις πληγές των τραυματισμένων είναι οι αποκλειστικά υπεύθυνοι.
Η απουσία χωροταξικού σχεδιασμού, η αδιαφορία για την προστασία και φροντίδα των ρεμάτων, η ασύδοτη πολεοδομική πρακτική που επιβάλλει η νομαρχιακή αυτοδιοίκηση, η έλλειψη έργων υποδομής για την ανάπτυξη και επέκταση της πόλης, έχουν οδηγήσει την κατάσταση εδώ που έχει φθάσει, η οποία νομοτελειακά θα ξαναδώσει τέτοια φαινόμενα.
Έχει επιλέξει ο σημερινός Νομάρχης, το λαϊκισμό ως την καλύτερη μέθοδο πολιτικής επιβίωσης και ανέλιξης. Παντού ναι, « δώστα όλα και γαία πυρί μειχθήτω». Πολιτικά οφέλη, όντως, αποκομίζει μεσοπρόθεσμα, δεν προσφέρει όμως καλές υπηρεσίες στους πολίτες, στον τόπο και στις επόμενες γενιές. Αυτή τη στιγμή της δοκιμασίας οι τραυματισμένοι πολίτες δεν έχουν την πολυτέλεια να σκεφθούν για τους πραγματικά υπεύθυνους, αυτούς που μοναδικό σκοπό στην ζωή τους έχουν να ξεγελάσουν με καθρεφτάκια και μπιχλιμπίδια τον πελάτη για την πολιτική τους μακροημέρευση.
Όταν ο πληγωμένος θα ανοίξει τα μάτια του από τη νάρκωση και το σοκ που υπέστη, να είναι βέβαιοι αυτοί οι κύριοι που τώρα τάχα τον νοιάζονται και τον γιατροπορεύουν, ότι θα καταλάβει ποιος του έδωσε τη σπρωξιά να πέσει στο γκρεμό της ταλαιπωρίας και της δοκιμασίας και θα αντιδράσει αναλόγως.

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης

Υποναύαρχος (ε.α.) Λ.Σ.

Υποψήφιος Δ.Σ. με το συνδυασμό

«ΝΕΑ ΑΝΤΙΛΗΨΗ»

Εκτύπωση

Παρουσίαση βιβλίου: Billy The Greek ΣΦΟ

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Ο καπτα Γιώργης έχει δώσει σινιάλο στην αναζήτηση και τον προβληματισμό, από χρόνια και απ' ότι λένε, όσοι τον γνωρίζουν καλύτερα, από παιδί.

Ο υποφαινόμενος, τον συνάντησε για πρώτη φορά πριν λίγα χρόνια με αφορμή προηγούμενη, άλλου είδους δουλειά του. Γνώρισα έναν άνθρωπο ολιγόλογο, μετρημένο, μουσκεμένο από την θάλασσα, κλασική περίπτωση αιγνουσιώτη, που από τα γεννοφάσκια του έχει παρτίδες μαζί της, έναν καταρτισμένο επαγγελματία και ρέκτη της ναυτιλίας.

Το βιβλίο, όμως, που σήμερα παρουσιάζομε, αποκαλύπτει μια άλλη πλευρά του καπετάνιου. Μας εμφανίζει κάτι εντελώς ξεχωριστό από την μέχρι τώρα τεχνοκρατική συγγραφή του. Αφήνει χαλαρό το καπετανίστικο βλέμμα της γέφυρας να ναυσιπλοήσει σε απείρως δυσκολότερες θάλασσες, αυτές της κοινωνίας της, καθημερινής ζωής και διεισδύει με μια μοναδική παρατηρητικότητα και ευαισθησία, μέσα στις ναυτικές ψυχές για να τη μετουσιώσει, σε πολύπλευρη λογοτεχνική έκφραση.

Σε μεγάλο βαθμό η λογοτεχνία, με την μορφή του πεζού λόγου, που έχει ασχοληθεί με τους ναυτικούς και την ζωή τους, παρουσιάσει τους μακρινούς πόντους, με χρώματα και ήχους εξωτικούς, με λάγνα γυναικεία κορμιά, με κινδύνους και μύθους που οδηγούν σε λιμάνια αλεγρίας, που σαγηνεύουν σαν τις ομηρικές σειρήνες τους ναυτικούς και τους κρατούν σκλάβους στα πάθη και την λησμονιά.

Ο καπετάν Γιώργης επιλέγει, με τις μικρές του ιστορίες, να ταξιδεύει με λοξοδρομία, ίσια δηλαδή, με σεμνό και ταπεινό τρόπο, όπως ταιριάζει στην πραγματική ζωή του επαγγελματία ναυτικού. Κοιτά, παρατηρεί, καταγράφει τους παλμούς της ζωής στο πλοίο, τις σκέψεις και τα συναισθήματα, κυρίως, αυτά, των ανθρώπων της θάλασσας, όπως πράγματι είναι στην αντίξοη και αενάως μετακινούμενη κοινωνία του πλοίου, από τόπο σε τόπο, από την ζέστη στο κρύο, από την άνοιξη στο χειμώνα, από την ανατολή στην δύση, από το σκοτάδι στο φως, την μικρή αυτή κοινωνία που αγωνίζεται να διατηρήσει την ανεκτικότητα και την συνοχή μιας αποδεκτής κοινωνικής συμπεριφοράς, η οποία, όπως θα αντιληφθεί ο αναγνώστης, ήταν πιο ανθρώπινη από τη στεριανή.

Η εποχή που διαπραγματεύεται ο καπετάν Γιώργης, δεν αναφέρεται ΄50, ΄60 ίσως φθάνει και τα πιο μετά χρόνια. Είναι η εποχή των αλλαγών που επήλθαν στο μεταπολεμικό κόσμο ο οποίος, μετά τη καταστρεπτική θύελλα, ζούσε τους τελευταίους κλυδωνισμούς από το σουέλ που απόμεινε για να χαπιαρισθούν οι αποφάσεις και οι ισορροπίες της νέας κατάστασης.

Στην λατινική Αμερική είχε μπει το προζύμι για το φούσκωμα των κοινωνικών ανακατατάξεων, η Κίνα βάδιζε τον δρόμο του Μάο, η Κορέα τον δρόμο του διαμελισμού, η Αμερική στην εποχή του Μακ Άρθρουρ, ο ψυχρός πόλεμος εύρισκε σιγά-σιγά την πορεία του, η Κούβα την «σωτηρία» της με τον Φιντέλ Κάστρο και το Σουέζ άλλαζε χέρια.

Η Ελλάδα μόλις είχε βγει από το αδελφοκτόνο αιματοκύλισμα και ζούσε την πάλη να ξεπεράσει την ένδεια, στέλνοντας τα νιάτα της στο δεύτερο κύμα της μετανάστευσης για τις νέες χώρες, Αμερική, Αυστραλία, τον Καναδά. Η ναυτιλία μας αποδεκατισμένη, τα βαπόρια λίγα, τα χέρια πολλά. Οι άνεργοι ναυτικοί έστελναν, μας λέει ο καπ. Γιώργης έστελναν τηλεγραφήματα στο θεό και ζητούσαν λεφτά για να ζήσουν, όπως ο Νικόλας «πάτερ ημών, έγραφε, ο εν τοις ουρανοίς, στείλε μου χρήματα, γιατί δεν μου δίνει κανείς». Κατουρημένες ποδιές έπρεπε να φιλήσεις για να βρεις μια θέση σ' ένα μπάρκο. Ευτυχώς, όμως, ο κόσμος που ξανακτίζονταν ήθελε μινεράλια για τα σίδερα να σηκωθεί, σιτάρια να χορτάσει, κάρβουνο και πετρέλαιο να δουλέψουν οι φάμπρικες.

Οι Έλληνες «..πάσαν μεν θάλασσαν και γην εσβατόν τη ημετέρα τόλμη καταναγκάσαντες γενέσθαι..» αισθάνθηκαν και πάλι το αιώνιο καθήκον να θαλασσοκρατήσουν. Τα πράγματα καλυτέρευαν με το αυγάτισμα των ελληνικών βαποριών, τα εκατό Liberty (που φέτος δεν γιορτάζομε, σαν σήμερα είναι τα εξήντα χρόνια της απόκτησής τους, υποκύπτοντες στην έξη της ασθενικής μνήμης), έστρωσαν τον δρόμο της λύτρωσης και της ευημερίας για τον τόπο μας, την Χίο, την Αιγνούσα.

Και ξανοίγει στα μπάρκα του ο καπετάν Γιώργης και τους χωρεί όλους μέσα. Και τον Αντωνάκη και τον μπαρμπα Σιδερή, και τον μαστρο Σπύρο, και τον καπτα Παντελή, και την Φωφώ και την Πλουμή, και την Μαρία Εουχένια και τις μουλάτες και μας ταξιδεύει μαζί τους από την Δυτική κόστα στην Ιαπωνία, στην Αργεντίνα, στο Χιούστον, στο Τρινιντάτ, τη Βέρα-Κρούζ, το Πουέρτο-Ρίκο, στο Σάντος κι' από κει στο Άμστερνταμ για να τραβήξει πάλι δυτικά.

Μας διασκεδάζει με συρτάκι ντάνς και ζεϊμπέκικα στα ελληνικά μαγαζιά της άλλης Ελλάδας, στου Πατσά, στο Ακρόπολις, στο Αθήναι, αλλά και με τους ήχους της Imma Sumac και των Trio Los Indios, κερνά «μαργαρίτες» και κοπαλίμπρες και προκαλεί τις γεύσεις με τα «καβρίτος» και τις καβουρομαχίες στο Bahia do Sol.

Κυρίες και κύριοι,

Ο ναυτικός, ειδικά της περιοχής μας, όταν έφευγε για το καράβι έπαιρνε πάντα κάτι μαζί του. Άλλος το εικονάκι του Αϊ Νικόλα, άλλος τις φωτογραφίες της γυναίκας και των παιδιών, φυλακτά, καμιά μαγιά ούζο, (κάποτε, τώρα μετά το ναίν-ιλέβεν κόψανε κι' αυτά), άλλος κονσέρβες πουλάκια, άλλος την σύναψη κλπ., ο καπτα Γιώργης ο Φράγκος φαίνεται ότι, έπαιρνε μαζί του στο μπάρκο, πρόσωπα, πρόσωπα πολλά, μαζί, φυσικά με τα προβλήματά τους και τις χαρές τους, τις λύπες, όλα. Τα 'βγαζε από το ναυτικό σάκο του, τα 'βαζε σαν στολίδια στην κάμαρά του κι' άρχιζε στα ταξίδια του να τα ψηλαφεί, να τα στολίζει, να τα καθαρίζει, να κουβεντιάζει μαζί τους, να τα ταιριάζει μ' άλλα που 'παιρνε από το πλήρωμα, να γίνεται ένα μ' αυτά.

Αυτές τις εξαγνισμένες μορφές από το μύθο, φωτισμένες από τους αστερισμούς των ταξιδιών του και νοτισμένες από την ατμόσφαιρα την καραβίσια, μας παρουσιάζει σε 18 επεισόδια θα έλεγε κανείς, ο καπετάν Γιώργης στο βιβλίο του Billy The Greek. Ο Έλληνας, όπως είναι ή μάλλον όπως, ήταν τα χρόνια εκείνα στα βαπόρια, όπου ο ξένος στα χιώτικα και τα Αιγνουσιώτικα καράβια ήταν κανένας στερεολλαδίτης, κανένας Πειραιώτης, σήμερα ο ξένος είναι ο Έλληνας.

Ο παραδοσιακός και αφοσιωμένος εργάτης του πλοίου, ο αξεπέραστος Αιγνουσιώτης και Χιώτης αειναύτης, που ένοιωθε την εταιρία δικιά του, «εμείς στην εταιρία μας, συνήθιζε να λέει, κάναμε τούτο, πήραμε τα' άλλο», σαν τον μπάρμπα Σιδερή.

Τον μπάρμπα Σιδερή, τον κάθε Σιδερή που γέμιζαν τότε τα καράβια και είχε ο ένας αποκούμπι τον άλλο και παρηγοριά και έννοια..

ΔΙΑΒΑΣΕ σελ. 181...Αποβραδίς κάτι συζητιότανε...

Μα ταξιδεύει ο κ. Γιώργης στον κόσμο, σε λιμάνια, στους χώρους του πλοίου, με περιγραφές αυθεντικές, ρεαλιστικές, χειροπιαστές, εκείνο, όμως, που καταφέρνει καλά, είναι στις εναλλαγές των συναισθημάτων, ο κλυδωνισμός του αναγνώστη από την ευθυμία στον προβληματισμό, από την χαλάρωση, με τις περιγραφές χαριτωμένων περιστατικών ή χαρακτήρων, στο σφίξιμο με την ανημποριά του ναυτικού να ξεφύγει, να παλέψει στα ίσια τα καθημερινά μικρά ή μεγάλα προβλήματα του συνηθισμένου ανθρώπου της στεριάς.

Στο πέλαγος, τα ανθρώπινα, τα οικογενειακά προβλήματα, παίρνουν γιγάντιες διαστάσεις, όσο το πλοίο γράφει μίλια μακριά από την πατρίδα και το σπίτι και τα συναισθήματα του ναυτικού γίνονται συχνά φορτίο ασήκωτο, ασύλληπτο.

Διάβασε .... ΣΕΛΙΔΑ 53 ....... Ο γέρο Γαβρίλος... (τρία κομμάτια)

Φίλες και φίλοι,

Η ζωή στα ελληνικά καράβια, την εποχή που μας διηγείται ο καπετάνιος, ακολουθούσε όσο γίνονταν, την ζωή της στεριάς, ήταν ο σύνδεσμος και το ξαλάφρωμα, εξ' άλλου, σε κάθε βαπόρι ήταν δεκάδες οι ναυτικοί από τα ίδια χωριά και πολλοί από την ίδια οικογένεια, ήταν ανάγκη να μεταφέρονται τα έθιμα, οι γιορτές, οι συνήθειες. Γεννητούρια στο σπιτικό, αγωνία στο καράβι, χαρές, κεράσματα, ευχές και πειράγματα στον πατέρα, τον παππού. Σαρακοστή στην Ελλάδα, σαρακοστή κι' από τους θεοφοβούμενους, στο βαπόρι.

ΔΙΑΒΑΣΕ ....σελίδα 74.... Μπήκε η μεγαλοβδομάδα.....

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί άνθρωποι της ναυτιλίας,

Την θάλασσα, την καλοσύνη της, την αγριάδα της, την ομορφιά της, την ζωή του ναυτικού, δεν είναι τυχαίο ότι, ο άνθρωπος την έχει θεοποιήσει, την έχει ζωγραφίσει, τραγουδήσει, την έχει κάνει ποίηση και θέατρο. Μεγάλοι άνθρωποι της τέχνης, Αϊβαζόφσκι, Βολανάκης, Ελύτης, Μότσαρτ, Μοντεβέρντι, Στράους, Σκαλκότας, Καλομοίρης, ο Καβάφης και τόσο άλλοι Έλληνες ή όχι με αξεπέραστα έργα έχουν ασχοληθεί μαζί της.

Τραγούδι τρυφερό η θάλασσα μας ψάλλει,
τραγούδι που έκαμαν τρεις ποιηταί μεγάλοι,
ο ήλιος, ο αέρας και ο ουρανός.
Το ψάλλει με την θεία της φωνή εκείνη,
όταν στους ώμους της απλώνει την γαλήνη
σαν φόρεμά της ο καιρός ο θερινός. (Κ. Καβάφης «Φωνή από την θάλασσα»)

Παρ' όλα αυτά, παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας και το σύγχρονο κοινωνικό ρεαλισμό, ένα παραμένει αξεπέραστο και ακαταπολέμητο, αυτό που προκάλεσε τον μεγαλύτερο των μεγάλων, τον Όμηρο, το συναίσθημα του ναυτικού, ο νόστος!!!

Αγαπητέ καπετάν Γιώργη,

Θερμά συγχαρητήρια, εύχομαι το μυαλό και το σώμα σας και η οικογένειά σας, να είναι πάντα καλά για να συνεχίσετε να μας δίνεται τις ευαισθησίες σας και τις γνώσεις σας, σε κείμενα όπως τα προηγούμενα και τούτα.

Αγαπητέ Αντώνη και Γιάννη Παληέ,

Διπλά συγχαρητήρια για την απόφασή σας να εκδώσετε αυτές τις ναυτικές ιστορίες, τα πρώτα για το καλαίσθητο και την επιμέλεια της έκδοσης και τα δεύτερα γιατί θαλασσοθρεμένοι οι ίδιοι, με σεβασμό στις ρίζες σας, επιλέξατε το συγκεκριμένο θέμα και αναλάβετε την δαπάνη, ώστε, να έχομε αυτά τα ωραία κείμενα σήμερα στα χέρια μας και να διασώσετε στην ιστορική μνήμη μια πινελιά από την ζωή του ναυτικού. Λυπούμαι που το βιβλίο δεν έχει προλογηθεί, προκειμένου τα κείμενα να πάρουν τις διαστάσεις και τον χώρο που τους πρέπει. Να γνωρίζομαι ότι, αυτή η μυθιστορηματική διήγηση, της ζωής του ναυτικού, εκτιμάται σε μεγάλο βαθμό, όχι, μόνο για την λογοτεχνική αξία, αλλά και για την ιστορική τεκμηρίωση.

Πριν τελειώσω θέλω να ρωτήσω κάτι τον καπετάν Γιώργη, αφού πρώτα διαβάσω ένα μικρό απόσπασμα από το βιβλίο που με διασκέδασε, αλλά και με συγκίνησε πολύ, το οποίο, παρεπιπτώντος πιστεύω ότι δεν μπήκε τυχαία στο τέλος του βιβλίου.

ΔΙΑΒΑΣΕ σελ. 183......Η συνάντηση έγινε τυχαία στου ΧΑΡΑΜΗ στην Τερψιθέα......

Καπετάν Γιώργη,

«Ο κουραμπιές που φάγετε οργώνοντας κύμα-κύμα τον Ωκεανό, ήτανε με μπόλικη ζάχαρη πασπαλισμένος;»

Εκτύπωση

Χρόνια Πολλά Καλή Χρονιά

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Αγαπητοί συμπατριώτες χρόνια πολλά, χαρούμενα με υγεία και ευημερία, ευτυχισμένο το έτος 2007 που χτυπά ήδη την πόρτα μας. Τελευταίες ημέρες του χρόνου που διανύουμε και ότι έχουμε να πούμε, ας το πούμε τώρα να μην αρχίσουμε μίζερα στον καινούριο.

Είμαι βέβαιος ότι, θα συμφωνήσετε μαζί μου ότι, πολιτισμένες κοινωνίες και ισχυρά κράτη, είναι αυτά που ξεχωρίζουν για τρία πράγματα, σε ένα περιτύλιγμα. Την πρόνοια, την πρόνοια για την τρίτη ηλικία, την πρόνοια για την δημόσια υγεία και την πρόνοια για τους ανήμπορους.

Που βρισκόμαστε εμείς, εφόσον, συμφωνούμε με τις παραπάνω παραδοχές, ας το κρίνει ο καθένας μόνος του. Προσωπικά θεωρώ ότι, περισσότερο συγκλίνουμε σε μια επιφανειακή αντιμετώπιση τέτοιων προβλημάτων, ότι, σε γενικές γραμμές έχουμε δημιουργήσει ένα περιβάλλον καλό, φοβούμαι, όμως, για οικονομικά τακτοποιημένους και υγιείς. Η δίκαιη και ισορροπημένη άσκηση της κρατικής κοινωνικής πρόνοιας, φαίνεται ότι, βασίζεται σε απαρχαιωμένο δυσκίνητο πλαίσιο και εναπόκειται, στην φιλοτιμία ολίγων λειτουργών των αρμοδίων φορέων και στην ενεργοποίηση των κοινωνικών αντισωμάτων, όταν το πράγμα φθάσει στο απροχώρητο.

Μια τέτοια αποτελεσματική και συνάμα ελπιδοφόρο κοινωνική αντίδραση, αντίκρισα την προπαραμονή των Χριστουγέννων, στα εγκαίνια του «Διονυσίειου οικοτροφείου παιδιών με νοητική υστέρηση».

Μια δράκα, κυρίως, άξιων μητέρων, πήρε στα χέρια της πρωτοβουλίες, που θα έπρεπε να ανήκουν στην κρατική πρόνοια και δημιούργησε με την συμπαράσταση ολίγων ΑΝΘΡΩΠΩΝ ένα μικρό θαύμα για την φροντίδα ατόμων με νοητικά προβλήματα. Ζωντάνεψαν ένα απρόσωπο χώρο, σε μια ζεστή μονάδα για να σηκώσει ελάχιστο φορτίο από το αβάσταχτο βάρος των οικογενειών που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα.

Το δύσκολο βήμα έγινε, η υποδομές πήραν σχήμα, πως, όμως, να αντιμετωπισθούν οι οικονομικές υποχρεώσεις για μια μονάδα που επιβάλλεται να λειτουργεί 24 ώρες το εικοσιτετράωρο με βάρδιες φροντιστών, μαγείρων, φυλάκων, συντηρητών, νοσοκόμων, ψυχολόγων, για φαγητό, για ρεύμα, για μετακίνηση, για ψυχαγωγία και δεν ξέρω τι άλλο; Το κράτος πάλι δηλώνει ότι, δεν «βρίσκει» το θεσμικό πλαίσιο για να βοηθήσει. Αν, όμως, είναι να βολευτεί κάποιος σπουδαίος, το θεσμικό πλαίσιο δημιουργείται σε μια νύκτα με τις γνωστές (ν)τροπολογίες. Μέχρι τότε, οι ατσαλένιοι αυτοί γονείς, θα πληρώνουν, εκτός από το μεδούλι της ψυχή τους και τα έξοδα για όλα τα παραπάνω, μέχρι πότε;

Πρόταση.

Παντελή Βρουλή νέε Δήμαρχε, ένα στοιχείο που αξιολογήθηκε για την εκλογή σου, ήταν και η αναγνώριση της ευαισθησίας σου σ' αυτές τις κατηγορίες ανθρώπων. Τέτοια χαρακτηριστικά δεν λείπουν και από τα άλλα μέλη του Δημοτικού Συμβουλίου, όλων των παρατάξεων. Η απερχόμενη Δημοτική Αρχή, αν τα δημοσιεύματα που έχω υπόψη μου εκφράζουν την πραγματικότητα, πέρασε ή πρότεινε την ακύρωση 10.000 διοικητικών προστίμων (κλήσεων) για παράνομη στάθμευση, θεωρώντας ηλιθίους τους συνεπείς και δικαιώνοντας μετά θάνατο τον αείμνηστο Κοσμά Αβραμίδη, στέλνοντας παράλληλα, στην «αεργία» 16 εντεταλμένους, γι' αυτό το σκοπό, υπαλλήλους.

Η επιβολή προστίμου, για παράνομη στάθμευση, αποσκοπεί στο να «τιμωρήσει» την αντικοινωνική συμπεριφορά μας, στο εν λόγω θέμα. Είναι λοιπόν ευκαιρία, η αντικοινωνική αυτή συμπεριφορά να αντισταθμίζεται με την απόδοση του «προϊόντος» της συγκεκριμένης παραβατικότητας για την εξυπηρέτηση των ελλείψεων της κοινωνικής πρόνοιας του τόπου μας και συγκεκριμένα στην οικονομική στήριξη πρωτοβουλιών, όπως η παραπάνω.

Αν, π.χ. οι δέκα αυτές χιλιάδες κλήσεων πληρωθούν, οι οποίες, αντιστοιχούν, κατά μέσο όρο, σε 200.000 περίπου ευρώ (10.000 x 20=200.000), επιπρόσθετα δε συνυπολογισθούν και οι εισπράξεις από τις εξοφλήσεις των κλήσεων που βεβαιώνονται καθημερινά για παράνομη στάθμευση, αλλά και τις εισπράξεις για την αγορά του δικαιώματος νόμιμης στάθμευσης, σχηματίζεται ένα σημαντικό κεφάλαιο για την αντιμετώπιση των οξύτατων αυτών κοινωνικών προβλημάτων, τουλάχιστο, μέχρι την «ανταπόκριση» του λεγόμενου κράτους.

Αιτιάσεις μη νομιμότητας τέτοιων αποφάσεων, θεωρώ ότι, θα είναι προφάσεις «εν αμαρτίαις». Αν το Δημοτικό Συμβούλιο μπορεί και αποφασίζει την ακύρωση χιλιάδων παραβάσεων, έχω την εντύπωση ότι, το ίδιο όργανο, μπορεί να αποφασίσει να κατευθύνει τις εισπράξεις αυτών των προστίμων για την ανακούφιση δοκιμαζόμενων δημοτών του.

Εξάλλου, με μια τέτοια απόφαση, επιτυγχάνονται τρία ακόμα πράγματα. Πρώτον ενισχύει τον θεσμό της ελεγχόμενης στάθμευσης και τον αναγάγει σε κοινωνική προσφορά, δεύτερον δίνει την ευκαιρία να επανεξετασθεί το θέμα της ελεγχόμενης στάθμευσης σε ποιο ορθολογική βάση και τρίτον εξασθενίζει τις πιέσεις και περιορίζει τους πειρασμούς όλων των μερών για την ακύρωση (σβήσιμο) αυτών των παραβάσεων, αφού, μας θα μας δίνεται η δυνατότητα να πληρώνουμε πρόστιμα και να το «ευχαριστιόμαστε».

Κύριε Δήμαρχε και Δημοτικοί Σύμβουλοι καλορίζικοι, καλή χρονιά και καλή επιτυχία.

Σταύρος Γ. Μιχαηλίδης

Εκτύπωση

ΜΕ ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΑΛΜΥΡΑ – Θάλασσα, αγάπη μου

| Κατηγορία Δημοσιεύσεις

Παρουσίαση του βιβλίου της κ. Ειρήνης Νικολάκη-Καλαμάρη

Ναυτικό Μουσείο 05-08-2005

Με την κα Νικολάκη συναντήθηκα – συνομίλησα πρόσωπο με πρόσωπο για πρώτη φορά μόλις πριν λίγα λεπτά πριν αρχίσει η σημερινή παρουσίαση.

Διαβάζοντας, όμως, το τελευταίο βιβλίο της, αισθάνθηκα, ότι την γνωρίζω από καιρό, αφού, η συγγραφέας από τις πρώτες σελίδες του, δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις, όχι μόνο για να αιχμαλωτίσει τον αναγνώστη σε μια έντονη επιθυμία, ει δυνατόν, να τελειώσει το βιβλίο με αδιάκοπη ανάγνωση, αλλά και να τον παρασύρει σε μια νοερή και ζωηρή, συχνά, επικοινωνία μαζί της.

Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, σε οδηγεί με μαεστρία, σε βαθείς συλλογισμούς, για πράγματα, που στην καθημερινότητα, πολλές φορές προσπερνιούνται αδιάφορα, χωρίς την πρέπουσα σημασία και πλημμυρίζεις πολύ γρήγορα από αισθήματα μοναδικά. Σου ζωντανεύει συναισθήματα καταχωνιασμένα στην καταχνιά του παρελθόντος και συνειδητοποιείς εικόνες, που περιβάλλονται περίτεχνα από ένα διακριτικό, αλλά, όμως, κυρίαρχο ρομαντισμό.

Η συγγραφέας, κα Νικολάκη-Καλαμάρη, με πολλούς τρόπους δηλώνει και καταγράφει, σε κάθε ευκαιρία την σχέση της με την θάλασσα, τον επηρεασμό της απ' αυτή. Μεγαλωμένη, προφανώς, σε έντονο ναυτιλιακό περιβάλλον, δεν κρύβει, αμφιβάλλω άλλωστε αν το μπορεί, τ' άγγιγμα της ψυχής της, από την θαλασσινή ρίζα της, που πάει, κατά πως φαίνεται, πολλές δεκάδες χρόνια πίσω, ταξιδεμένη με φλόκους, μαΐστρες και παπαφίγκους και μ' ατμοκίνητα βαπόρια από την Οντέσα και την Μαρσίγια, τ' Αλγέρι και την Τεργέστη μέχρι τις καινούργιες θάλασσες και τα λάγνα πόρτα της Αρτζεντίνας και της Ανατολής.

Εξάλλου, όπως παραστατικά με δυο λέξεις λέει και ο ήρωάς της, «είναι γιατί έχει βραχεί με θαλασσινό νερό και ψήθηκε με την αρμύρα του«. Είναι, ίσως, που από μικρή, την έχει λούσει ο αφρός τ' απόνερου και τ' ακρογιαλιού και μας μεταφέρει στον ολάνοικτο κόσμο της ιστορίας της, μ' όλα τα χρώματα της καρδιάς της, ζωγραφισμένα με χρώμα ανακατεμένο με θαλασσινό νερό, είναι επίσης, γιατί, είναι παιδί κι' εγγόνι καραβοκύρη, αναστημένη σε καπετανόσπιτο κι' έτσι, αφέθηκε να την κυριέψει και να την μαγέψει η μυστηριακή ατμόσφαιρα του μπάρκου και να νανουρίσουν την παιδική φαντασία και σκέψη της, οι θαλασσινές ιστορίες.

» Τυχερός που ταξιδεύεις στα πέρατα του κόσμου και συνάζεις εμπειρίες και θ' αποχωρήσεις πλούσιος » μας λέει στο κείμενό της, μιλώντας σαν καπετάν Απόστολος, με αποκαλυπτική ειλικρίνεια, ίσως, και παράπονο που η ίδια δεν έζησε από πρώτο χέρι την ζωή του ναυτικού. Εννοώ να γίνει η ίδια ναυτικός.

Αγαπητοί φίλες και φίλοι,

Οι ναυτικοί σπάνια γράφουν για τη ζωή τους κι' ούτε μιλούν εύκολα γι' αυτή, αν πρόκειται να προκαλέσουν ακόμα και τον παραμικρό θαυμασμό ή ελλοχεύει ο κίνδυνος να τους προσάψουν κομπασμό. Του ναυτικού τα λόγια και τα βιώματα συνήθως τα καταγράφουν άλλοι, όχι σπάνια με διάθεση περισσότερο να προκαλέσουν εντυπώσεις και λιγότερο για να μοιραστούν, τις μισές, ούτως ή άλλως, χαρές του και να γλυκάνουν τις ολόκληρες πίκρες του.

Η συγγραφέας κα Καλαμάρη, μας ταξιδεύει σε θάλασσες και ταξίδια, που παρ' ότι η ίδια δεν έχει κάνει ποτέ, όμως, διηγείται με σεβασμό, πληρότητα, αγάπη και με θαυμάσιο ρεαλισμό, την ζωή, τις δυσκολίες, και κυρίως τα συναισθήματα του θαλασσινού, με τρόπο που καθηλώνει πραγματικά τον αναγνώστη με τις περιγραφές της, ώστε, αν κάποιος έχει ή είχε την εμπειρία της ζωής σε ένα εμπορικό πλοίο, του μπάρκου ή του ξεμπάρκου ή ακόμα και του ναυτικού ατυχήματος, να βιώνει ξανά αυτές τις συγκινήσεις, να πιστεύει ό,τι είναι αυτός ο ίδιος ο ήρωας ή ό,τι ζει και υπάρχει δίπλα στις σκηνές που διαδραματίζονται.

Αρπάζει, επιτακτικά, τον αναγνώστη της και τον περιδιαβαίνει σ' όλες τις έντονες και φορτισμένες στιγμές της ζωής των ηρώων της ναυτικών και ειδικά του Χιώτη, του Χιώτη αειναύτη.

´´ Εσείς οι θαλασσοί, μας λέει η κ. Καλαμάρη, περισσότερο απ' τους άλλους φέρνετε γύρω τον κόσμο ψάχνοντας και σεις για στεριά δική σας. Μα πρέπει να το γνωρίζετε. Όπου κι αν πάει ο άνθρωπος, στον ίδιο τόπο μένει. Σ' αυτόν που 'χει αφήσει την ψυχή του´´.

Και ο Χιώτης ναυτικός αφήνει πάντα την ψυχή του στο νησί. Από την άλλη, ενώ κυριαρχείται και καταπιέζεται διαρκώς από το ακαταπολέμητο συναίσθημα του νόστου, εν τούτοις, με το ξεκόλλημα του βαποριού από την προκυμαία της Χίου, τα συναισθήματά του πειθαρχούν, οι σκέψεις του συγκεντρώνονται στο καθήκον, στον ιερό σκοπό.

Να δουλέψει να φροντίσει το σπιτικό, να σπουδάσει τα παιδιά, να καλοπαντρέψει με προίκα μπόλικη την κόρη.

Να φανερώσει η καρτερική γυναίκα του, την πιο γλυκιά στιγμή της ζωής τους, το πουγκί με τις χρυσές λίρες, που' χε μαζεμένες με κόπο και στερήσεις μια ζωή, μετρημένες σωστά για κάθε κόρη και φυλαγμένες στο σεντούκι.

Κι' όπως μας περιγράφει με τρυφερότητα, η συγγραφέας:

´´ Πάνω- πάνω τ' αγιασμόπανο ολοκέντητο για να προστατεύει τούτο το πολύτιμο βιος που 'χε αποκτηθεί απ' την αρμύρα της θάλασσας κι απ' τη στυφή γεύση π' άφηναν οι ξένες στεριές. Απ' τη λαχτάρα του γυρισμού στο τόπο το δικό του τον αγαπημένο´´.

Οι μήνες περνούν στο καράβι, πότε βασανιστικά πότε γλυκά, ανάλογα με τα νέα που φέρνουν οι επιστολές από τους οικείους. Πιο εύκολη σήμερα η ζωή του ναυτικού με τους δορυφόρους και τα κινητά τηλέφωνα. Όμως, τα γράμματα της μάνας, της αγαπημένης, της συντρόφου, των παιδιών, ήταν και είναι για τον ναυτικό το πιο ακριβό δώρο, η πιο μεγάλη χαρά. Γιατί τα λόγια στον ασύρματο, όπως και να γίνει είναι λόγια του αέρα, τα λες φεύγουν, χάνονται, σκορπούν. Ενώ τα γράμματα είναι πάντα στο μαξιλάρι πότε να το μαλακώνουν και πότε να το κάνουν πιο σκληρό κι απ' το γρανίτη.

Τα βλέπει ο ναυτικός τ' αγγίζει, τα μυρίζει, τα φιλά, τα βάζει σε σειρά με τάξη, τ' αριθμεί σύμφωνα με τις μέρες που 'χουν γραφτεί, τα παρακολουθεί σα να 'ναι ιστορία σε συνέχειες.

Το ξέρουν τα γραφεία, το ξέρουν και οι ναυτικοί πράκτορες και το μεγαλύτερο μέλημα τους, είναι η αλληλογραφία του καραβιού που πρέπει να πάει στην ώρα της, πριν ακόμα και την ελευθεροεπικοινωνία, πριν τα στόρια.

Πριν καλά-καλά δέσει το βαπόρι. Όλοι μαζεύονται στο gang way ν' ανέβει ο ατζέντης, ο πρώτος σύνδεσμος με τον στεριανό κόσμο, όπως αναφέρει και η συγγραφέας. Τον βλέπουν στα χέρια, στα μάτια να δουν αν φέρνει γράμματα πολλά.

Γνωρίζει η κα Νικολάκη, φαίνεται καλά, το βάρος των επιστολών για τους θαλασσινούς και προτιμά, σαν θαλασσοαναθρεμένη παραδοσιακή Χιώτισσα, τα σπουδαία, τα πονεμένα και τα χαρούμενα για τους ήρωές της, να τα δίνει, σχεδόν πάντα, μέσα απ' αυτές.

Με το περιεχόμενο των επιστολών διαλέγει να φανερώσει τα πιο βαθιά της συναισθήματα. Καμώνεται, πως δεν τα λέει η ίδια, όταν περιγράφει τον έρωτα, την αγάπη, τον θάνατο, την ευτυχία.

Μέσα απ' αυτά, μας αποκαλύπτει τις πιο τολμηρές και μεστές σκέψεις της, με διάθεση ακόμα και να αντιπαρατεθεί σθεναρά, στις κοινωνικές προκαταλήψεις, τα ´´ταμπού´´ της εποχής.

Εξομολογείται με το στόμα της Σοφίας:

´´......τον θεωρεί (τον γάμο) παγίδα καλοστημένη με δόλωμα πανάρχαιο. Τον υπαρξιακό φόβο του ανθρώπου για μοναξιά, με τίμημα την ελευθερία. Κατάλοιπο της δουλείας. Ιδιοκτησία. Μ' εξουσία ύπουλη στο εγώ σου. Δεμένο πισθάγκωνα θυσιάζεται στο βωμό του κι αν δραπετεύσει καμιά φορά αιωρείται θλιβερά χωρίς να κυριαρχεί πάνω από καλοστημένες οικογένειες, πάνω από αναστημένα παιδιά. Ο γάμος, λέει, δεσμός με σύμβαση ....Με παιδιά νόμιμα, κτητικότητες εξ ορισμού. Δικά μου δικά σου. Μ' αγάπες παράνομες, πιο νόμιμες απ' τις νόμιμες. Μ' απαντήσεις φορτωμένες ενοχή, από ερωτήσεις απλές, αθώες. Κι απολογείσαι για ένα ανύπαρκτο έγκλημα.....´´

Τολμά συχνά, να παραπονεθεί, να σηκώσει τ' ανάστημα και στο υπέρτατο ον, στον Θεό κι όπου δειλιάζει, τον λέει σύμπαν. Λέει φωναχτά, με σκέψεις του καπετάν Απόστολου, όταν αυτός έχει διαβάσει το τελευταίο, πριν τον απροσδόκητο θάνατο, γράμμα της γυναίκας του που δεν είχε σταλεί ποτέ:

΄΄.....Οργίστηκε με το σύμπαν, (ο καπετάνιος) που είχε την δύναμη να περιφρονεί την αγάπη, να την κομματιάζει, να την αγνοεί...Ηττημένος, ανυπεράσπιστος από κάτι αόρατο και παντοδύναμο, έκρυψε το τετράδιο στο βάθος του συρταριού .΄΄

Κι αλλού αναφερόμενη στο φονικό σπαραγμό του τελευταίου μεγάλου πολέμου:

΄΄....Ο Θεός είχε ήδη αποσυρθεί απ' το θρόνο Του. Μερικοί άγγελοι μόνο, οι πιο ψύχραιμοι, έμειναν στη θέση τους για παρακολουθήσουν το χαλασμό και το αιματοκύλισμα της ανθρωπότητας απ' τη σύγκρουσή της με το θάνατο και τη δυστυχία....΄΄

Το ίδιο και όταν στηλιτεύει την κοινωνική αδικία:

΄΄....Γιατί κακά τα ψέματα, (λέει), παντού κάνει κουβέρνο το χρήμα. Στα ψηλά, στα χαμηλά παντού. Σ' όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης. Μου φαίνεται πως στην άλλη ζωή θα μας κουμαντάρει και θα μας τοποθετήσουν κατά το βάρος που έχει το πουγκί του καθενός. Οι πλούσιοι ψηλά κι οι φτωχοί στα πόδια τους...΄΄

Ταξιδεύει τον αναγνώστη στο νησί, η κα. Νικολάκη-Καλαμάρη, αφού, όμως πρώτα, τον έχει αποβιβάσει, πλημμυρισμένο με την ευωδιά του καμπούσικου λεμονανθού της Μαγιάτικης αυγής, στην προκυμαία της Χίου, όπως την γνωρίζαμε παλιά με το μικρό ποστάλι να πλευρίζει και να κατεβάζει τη σκάλα του απέναντι από το καφενείο του Σαραντή που ξενυχτούσε για να προσφέρει το πρώτο πρωινό καφεδάκι.

Τον ξεναγεί στ' αρχοντικά του κάμπου με τις γαλάζιες πασχαλιές και τις κουκουναριές, τα γιασεμιά, τις μεγάλες σκάλες και τις στέρνες, χωρίς, όμως, να ξεχνά τις καρυδιές αλλά και το μαστίχι.

Και όταν μιλά για τον Βροντάδο και το Μυρσινίδι που χαιρετούν σφυρίζοντας τα Χιώτικα βαπόρια, τότε είναι που μυρίζει θάλασσα. Κλέβοντας τα λόγια της, θα πω ότι, χρησιμοποιεί με τέχνη του καλύτερου ζωγράφου, το μπλε, το πράσινο, το κίτρινο και το κόκκινο για να δώσει το χρώμα της θάλασσας και τ' ουρανού. Της βρονταδούσικης θάλασσας, της βρύσης του Πασά, της δασκαλόπετρας, με τις πηγές του Ράκτη να την δροσίζουν, με τα ψαροκάικά της.

Την θάλασσα που 'χει χαρίσει χαρές και συγκινήσεις μεγάλες αλλά και πίκρες αβάσταχτες και πόνο. Τον Χιώτικο τον πόνο τον θαλασσινό, τον αγιάτρευτο, τον πόνο που σου λειώνει τα σωθικά και τα λογικά σου, που δεν μαλακώνει ο ΄΄ Άγιος χρόνος ΄΄ της συγγραφέως. Τον άδικο πόνο που γεννούσαν τα θλιβερά μαντάτα για το ναυάγιο, όταν έφθαναν, ο μη γένοιτο ξανά, τηλεγραφικά για να σκορπίσουν την παγωμένη είδηση παντού.

΄΄...τα χαροκαμένα σπίτια θα 'βαφαν, μας λέει η συγγραφέας, μαύρες τις πόρτες και μαύρα τα παράθυρα, σημάδια φανερά της θλίψης για τους αγαπημένους νεκρούς τους άταφους, που θα 'μεναν για πάντα χωρίς μνήμα...΄΄

Το ίδιο κι όταν χτυπούσε η αρρώστια τους ναυτικούς, στα μακρινά λιμάνια.

΄΄...το δεύτερο παιδί της οικογένειας ήταν ο Κυριάκος, ο αδικοχαμένος γιος μακριά στην Αργεντίνα. Σ' ένα ταξίδι μεταξύ Μπουένος Άιρες και Λας Πάλμας, με μια ζέστη φονική, ξάπλωνε συχνά γυμνός σε ρεύμα για να δροσίζεται. Κρύωσε άσχημα και σήκωσε ψηλό πυρετό. Έπλεε λες, σε βραστό νερό. Το γύρισε σε πνευμονία και πέθανε μέσα σε παραμιλητό. Τ' άψυχο σώμα του, μη έχοντας άλλη λύση, το 'ριξαν στη θάλασσα κλεισμένο σ' ένα σάκο με βαρίδια για να πάει κάτω στο βυθό....΄΄

Κυρίες και κύριοι,

Το βιβλίο της κας Καλαμάρη ΄΄Με χρώμα και αλμύρα΄΄, περιγράφει τη ζωή. Τη ζωή την καθημερινή, την δικιά μας την χιώτικη, του διπλανού μας, του ναυτικού, με μια ματιά ολοκληρωμένη ζωντανή, αληθινή. Καταφέρνει με παλμό και εναλλαγές του μύθου να κρατά τον αναγνώστη μέσα του, νιώθοντας, σε πολλά σημεία να ταυτίζεται με τα πρόσωπα της ιστορίας και φυσικά να αισθάνεται έντονα, τα συναισθήματα που οδήγησαν την ίδια για να τα καταγράψει. Αυτή, φυσικά, είναι και η επιτυχία του συγγραφέα.

Όμως, εκεί που η συμπατριώτισσά μας συγγραφέας δείχνει να πατά γερά και κάνει το κείμενό της να παρουσιάζεται ιδιαίτερα ξεχωριστό και καλοδουλεμένο, τουλάχιστο στον υποφαινόμενο, είναι δυο πράγματα:

Η σοβαρότητα και η πληρότητα του λογοτεχνικού κειμένου, στα εξειδικευμένα θέματα που διαπραγματεύεται, όπως, στη ναυτιλιακή ορολογία, στην περιγραφή των ταξιδιών των εμπορικών πλοίων και των ναυτιλιακών δρόμων της εποχής, η περιγραφή των καιρικών φαινομένων, των ναυαγίων, η εξιστόρηση των προβλημάτων που αντιμετωπίζουν οι ναυτικοί, χωρίς, όμως, όλα αυτά να κουράζουν, να αλλοιώνουν το ύφος του κειμένου ή να παρασύρουν τον αναγνώστη σε συνειρμούς που δεν είναι στο στόχο της συγγραφέως.

Και το άλλο, είναι η δυνατή και χωρίς αδυναμίες απόδοση και των πιο στρυφνών σκέψεων, όταν εναλλάσσεται σε ρόλους από φύλο σε φύλο και από ηλικία σε ηλικία ή όταν, σκιαγραφεί χαραχτήρες ή ακόμα, όταν έχει το θάρρος να φιλοσοφεί με ορισμούς για το τι είναι π.χ. ευτυχία, αγάπη, θάνατος, νοσταλγία, μοναξιά, ηθική.

Η κυρία Νικολάκη-Καλαμάρη,

Μας παρουσιάζει σήμερα την τρίτη κατά σειρά δουλειά της, φανερά πιο προχωρημένη από τις άλλες δυο. Δηλώνει, δε, ότι, ευρίσκεται προς το τέλος της επόμενης. Της εκφράζουμε τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια. Ευχόμαστε καλοτάξιδο το βιβλίο της και να αποκτήσει φίλους σ' όλη την Ελλάδα. Επίσης η ίδια και η οικογένειά της να 'χουν υγεία και δύναμη για αποδοτική συνέχεια.

Εξ άλλου, όπως, αναφέρει η ίδια, ΄΄ τη γοητεία του ταξιδιού που δεν τελειώνει ποτέ και σου δημιουργεί την ψευδαίσθηση πως η ζωή δεν έχει σύνορα κι ο κόσμος τελειωμό...΄΄ είναι μου φαίνεται που αναζητά η ίδια, αλλά και όλοι μας.

Σας ευχαριστώ